
Στα 1869 ο ανθυπολοχαγός Ανδρέας Μοσχονήσιος τύπωσε στη Σύρα μια πολύ ενδιαφέρουσα μπροσούρα για τη ληστεία. […] Τονίζει πως κατά τη γνώμη του η ληστεία είναι φαινόμενο παροδικό, αλλά έχει βαθιά τις ρίζες της στο παρελθόν και στα ανεπίλυτα προβλήματα της αγροτικής μάζας. Το ληστή, λέει ο λαός δεν τον βλέπει σαν κακούργο, αλλά λίγο πολύ σαν ήρωα μαχητή των ελευθεριών του.
Το πρώτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στους νόμους των ληστών, που τους θεωρεί ότι πηγάζουν από τους νόμους του αρματολισμού, ιδιαίτερα την έχθρα των ληστών προς τους τσιφλικάδες. Αφού αναλύσει ένα προς ένα τους νόμους των ληστών περνά στην οργάνωσή τους και πιστεύει πως κύρια πηγή σε ανθρώπινο υλικό είναι οι Βλάχοι, που τους λέει “Αλβανιτοβλάχους ή Βλαχομποιμένας”. Τους υπολογίζει σε 2.000 οικογένειες και υποστηρίζει πως η μεγαλύτερη φιλοδοξία των μανάδων είναι να ιδούν τα παιδιά τους ληστές:
– Πότε να μεγαλώσει ο Γιώργης μου, να φορέσει γαντζούδια και να γίνει κλέφτης και να ιδεί προκοπή η μάνα που τον γέννησε!
Ο λαός της υπαίθρου – συνεχίζει – έχει στενώτατους δεσμούς με τους ληστές και γι’ απόδειξη παραθέτει ένα δημοτικό τραγούδι καμωμένο για το ληστή Γκάγκαλο, που καρατομήθηκε τότε στην Ιτέα:
Τον Γκάγκαλο τον πιάσανε,
στη φυλακή τον πάνε.
Χίλιοι τον παν από μπροστά
και δυο χιλιάδες πίσω,
και χίλιοι απ τα δυο πλευρά
γίνονται τρεις χιλιάδες.
Στη μέση πάει ο Γκάγκαλος
σα μήλο μαραμένο
σα μήλο, σαν τριαντάφυλλο,
σαν πατρινό κεράσι.
Παρακαλώ σας, βρε παιδιά
και σεις βρε παληκάρια,
μη με περάστε απ’ το χωριό
μήτ’ απ’ το Λιδορίκι.
Γιατί έχω οχτρούς που χαίρονται
και φίλους που λυπούνται,
γιατί έχω κι αγαπητικιά
που θα φορέσει μαύρα
~ Τάσος Βουρνάς, Η Ληστοκρατία σαν πρόβλημα των πρώτων φάσεων του ελεύθερου εθνικού μας βίου, Μάης 1960, ιστορική μελέτη-εισαγωγή στο “Ο Βασιλιάς των Ορέων” του Edmond About
Ήδη από το 1860, τα πρώτα στοιχεία της μελλοντικής αντι-κοινωνίας των ρεμπέτηδων αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του αθηναϊκού πληθυσμού. Σύμφωνα με τον E. About [La Grèce contemporaine, 1860], την εποχή εκείνη ο πληθυσμός της Αθήνας διακρινόταν σε τρεις κατηγορίες: στους Φαναριώτες, τους Νησιώτες και τα Παλικάρια. Οι τελευταίοι ήταν ορεσίβιοι, παλιοί οπλαρχηγοί ή ληστές που «έχουν κουβαλήσει μαζί τους ως και μέσα στην Αθήνα τα παράξενα έθιμα του τόπου τους», δηλαδή, ανάμεσα στα άλλα, μια γλώσσα γεμάτη τούρκικες λέξεις, και τη συνήθεια να βγαίνουν στους δρόμους της πρωτεύουσας πάνοπλοι. Μερικές λεπτομέρειες από το ντύσιμο του παλικαριού που περιγράφει ο E. About είναι πολύ χαρακτηριστικές και θυμίζουν την αμφίεση των ρεμπέτηδων στο μεταίχμιο του 19ου προς τον 20ό αιώνα (γνωστών τότε με το όνομα κουτσαβάκια): χασεδένιο πουκάμισο με μεγάλο ριχτό γιακά, χωρίς γραβάτα, γιλέκο, χωρίς μανίκια, φαρδιά πέτσινη ζώνη απ’ όπου κρεμούσαν το κεντητό μαντίλι, το πουγγί, την καπνοσακούλα και τ’ αρματα.


