Textes
Textes
NÉGATIONS
οὐ : ne ... pas (pour l'indicatif) μή : ne ... pas (pour les autres modes)
PRÉPOSITIONS
ἀπό + gén. : (venant) de ἐπί + acc., gén. ou dat. : sur
διά + acc. : à cause de κατά + acc. : selon (et divers autres sens)
διά + gén. : à travers de ou par l'intermé- κατά + gén. : contre
diaire de μετά + acc. : après
εἰς + acc. : dans (avec mouvement) μετά + gén. : avec
ἐκ, ἐξ + gén. : (venant) de πρός + acc. : vers
ἐν + dat. : dans (sans mouvement) σύν + dat. : avec
PRONOMS PERSONNELS
1re pers. sing. ἐγώ acc. (ἐ)με gén. (ἐ)μου dat. (ἐ)μοι
2e pers. sing. σύ acc. σε gén. σου dat. σοι
3e pers. sing. αὐτός, αὐτή, αὐτό
1re pers. plur. ἡμεῖς acc. ἡμᾶς gén. ἡμῶν dat. ἡμῖν
2e pers. plur. ὑμεῖς acc. ὑμᾶς gén. ὑμῶν dat. ὑμῖν
3e pers. plur. αὐτοί, αὐταί, αὐτά
VERBES USUELS
εἰμί : je suis ἰσχύω : être capable de, pouvoir
εἶ : tu es ἐστίν : il est εἰσίν : ils sont καταβαίνω : descendre
ἦν : il était ἦσαν : ils étaient καταλύω : détruire, abolir
ἀκολουθέω + dat. : suivre πίνω : boire
ἀκούω + acc. ou gén. : entendre, écouter πίπτω : tomber
ἀναβαίνω : monter ὑπάγω : s'en aller
ἐγγίζω : approcher ὑπακούω + dat. : obéir
ἐκβάλλω : chasser φέρω : porter
1
Textes annotés
1 Ἀμὴν* ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ μὴ εἰσερχόμενος1 διὰ τῆς θύρας εἰς τὴν αὐλὴν2 τῶν
προβάτων ἀλλὰ ἀναβαίνων3 ἀλλαχόθεν4 ἐκεῖνος κλέπτης5 ἐστὶν καὶ λῃστής6· 2 ὁ δὲ
εἰσερχόμενος1 διὰ τῆς θύρας ποιμήν7 ἐστιν τῶν προβάτων. 3 τούτῳ ὁ θυρωρὸς8
ἀνοίγει, καὶ τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει καὶ τὰ ἴδια πρόβατα φωνεῖ κατ᾿
ὄνομα9 καὶ ἐξάγει10 αὐτά. 4 ὅταν* τὰ ἴδια πάντα11 ἐκβάλῃ***12, ἔμπροσθεν αὐτῶν
πορεύεται13, καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι* οἴδασιν14 τὴν φωνὴν αὐτοῦ·
5 ἀλλοτρίῳ15 δὲ οὐ μὴ16 ἀκολουθήσουσιν, ἀλλὰ φεύξονται17 ἀπ᾿ αὐτοῦ, ὅτι* οὐκ
οἴδασιν14 τῶν ἀλλοτρίων15 τὴν φωνήν. 6 Ταύτην τὴν παροιμίαν18 εἶπεν19 αὐτοῖς ὁ
Ἰησοῦς, ἐκεῖνοι δὲ οὐκ ἔγνωσαν20 τίνα21 ἦν ἃ ἐλάλει αὐτοῖς.
7 Εἶπεν19 οὖν πάλιν* ὁ Ἰησοῦς, Ἀμὴν* ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι* ἐγώ εἰμι ἡ θύρα τῶν
προβάτων. 8 πάντες11 ὅσοι22 ἦλθον1 [πρὸ ἐμοῦ] κλέπται5 εἰσὶν καὶ λῃσταί6, ἀλλ᾿ οὐκ
3e pers. plur. λύωσιν λύσωσιν λάβωσιν 14 οἴδασιν : 3e pers. plur. de οἶδα : connaître
1 ἔρχομαι : venir (indicatif présent moyen) 15 ἀλλότρίος : étranger
2
Textes annotés
ἤκουσαν** αὐτῶν τὰ πρόβατα. 9 ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι᾿ ἐμοῦ ἐάν* τις21 εἰσέλθῃ23
σωθήσεται24 καὶ εἰσελεύσεται1 καὶ ἐξελεύσεται1 καὶ νομὴν25 εὑρήσει26. 10 ὁ κλέπτης5
οὐκ ἔρχεται1 εἰ μὴ27 ἵνα* κλέψῃ***28 καὶ θύσῃ***29 καὶ ἀπολέσῃ***30· ἐγὼ ἦλθον1 ἵνα*
ζωὴν ἔχωσιν*** καὶ περισσὸν31 ἔχωσιν***.
11 Ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν7 ὁ καλός· ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν32 ὑπὲρ
τῶν προβάτων· 12 ὁ μισθωτὸς33 καὶ οὐκ ὢν34 ποιμήν7, οὗ οὐκ ἔστιν τὰ πρόβατα ἴδια,
θεωρεῖ τὸν λύκον35 ἐρχόμενον1 καὶ ἀφίησιν36 τὰ πρόβατα καὶ φεύγει17 - καὶ ὁ λύκος35
ἁρπάζει37 αὐτὰ καὶ σκορπίζει38 - 13 ὅτι* μισθωτὸς33 ἐστιν καὶ οὐ μέλει39 αὐτῷ περὶ τῶν
προβάτων.
14 Ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν7 ὁ καλός καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκουσί40 με τὰ ἐμά, 15
καθὼς* γινώσκει με ὁ πατὴρ41 κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα41, καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι32
ὑπὲρ τῶν προβάτων. 16 καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς2 ταύτης·
κἀκεῖνα δεῖ με ἀγαγεῖν42 καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσιν40, καὶ γενήσονται43 μία44
ποίμνη45, εἷς44 ποιμήν7.
17 Διὰ τοῦτό με ὁ πατὴρ41 ἀγαπᾷ46 ὅτι* ἐγὼ τίθημι32 τὴν ψυχήν μου, ἵνα* πάλιν*
λάβω47 αὐτήν. 18 οὐδεὶς44 αἴρει48 αὐτὴν ἀπ᾿ ἐμοῦ, ἀλλ᾿ ἐγὼ τίθημι32 αὐτὴν ἀπ᾿
ἐμαυτοῦ. ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι32 αὐτήν, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν* λαβεῖν47 αὐτήν·
ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔλαβον47 παρὰ τοῦ πατρός41 μου.
19 Σχίσμα49 πάλιν* ἐγένετο43 ἐν τοῖς Ἰουδαίοις διὰ τοὺς λόγους τούτους.
20 ἔλεγον δὲ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, Δαιμόνιον ἔχει καὶ μαίνεται50· τί* αὐτοῦ ἀκούετε;
21 ἄλλοι ἔλεγον, Ταῦτα τὰ ῥήματα51 οὐκ ἔστιν δαιμονιζομένου52· μὴ δαιμόνιον δύναται
τυφλῶν ὄφθαλμοὺς ἀνοῖξαι**;
22 Ἐγένετο43 τότε* τὰ ἐγκαίνια53 ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις, χειμὼν54 ἦν, 23 καὶ
περιεπάτει ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ ἐν τῇ στοᾷ55 τοῦ Σολομῶνος. 24 ἐκύκλωσαν**56 οὖν
αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ ἔλεγον αὐτῷ, Ἕως πότε57 τὴν ψυχὴν ἡμῶν αἴρεις48; εἰ* σὺ εἶ ὁ
Χριστός, εἰπὲ19 ἡμῖν παρρησίᾳ58. 25 ἀπεκρίθη59 αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Εἶπον19 ὑμῖν καὶ οὐ
πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὄνόματι9 τοῦ πατρός41 μου ταῦτα μαρτυρεῖ περὶ
ἐμοῦ· 26 ἀλλὰ ὑμεῖς οὐ πιστεύετε, ὅτι* οὐκ ἐστὲ ἐκ τῶν προβάτων τῶν ἐμῶν. 27 τὰ
πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούουσιν40, κἀγὼ γινώσκω αὐτά καὶ ἀκολουθοῦσίν40
μοι, 28 κἀγὼ δίδωμι60 αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον καὶ οὐ μὴ19 ἀπόλωνται30 εἰς τὸν αἰῶνα61 καὶ
οὐχ ἁρπάσει37 τις αὐτὰ ἐκ τῆς χειρός62 μου. 29 ὁ πατήρ41 μου ὃ δέδωκέν60 μοι πάντων11
μεῖζόν63 ἐστιν, καὶ οὐδεὶς44 δύναται ἁρπάζειν37 ἐκ τῆς χειρὸς62 τοῦ πατρός. 30 ἐγὼ καὶ ὁ
πατὴρ41 ἕν44 ἐσμεν.
31 Ἐβάστασαν** πάλιν* λίθους οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα* λιθάσωσιν***64 αὐτόν.
32 ἀπεκρίθη59 αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Πολλὰ65 ἔργα καλὰ ἔδειξα**66 ὑμῖν ἐκ τοῦ πατρός41· διὰ
ποῖον67 αὐτῶν ἔργον ἐμὲ λιθάζετε64; 33 ἀπεκρίθησαν59 αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι, Περὶ καλοῦ
ἔργου οὐ λιθάζομέν64 σε ἀλλὰ περὶ βλασφημίας68, καὶ ὅτι* σὺ ἄνθρωπος ὢν34 ποιεῖς
σεαυτὸν θεόν. 34 ἀπεκρίθη59 αὐτοῖς [ὁ] Ἰησοῦς, Οὐκ ἔστιν γεγραμμένον69 ἐν τῷ νόμῳ
ὑμῶν ὅτι* Ἐγὼ εἶπα70, Θεοί ἐστε; 35 εἰ* ἐκείνους εἶπεν19 θεοὺς πρὸς οὓς ὁ λόγος τοῦ
θεοῦ ἐγένετο43, καὶ οὐ δύναται λυθῆναι71 ἡ γραφή, 36 ὃν ὁ πατὴρ ἡγίασεν** καὶ
ἀπέστειλεν72 εἰς τὸν κόσμον ὑμεῖς λέγετε ὅτι* Βλασφημεῖς, ὅτι* εἶπον19, Υἱὸς τοῦ θεοῦ
εἰμι; 37 εἰ* οὐ ποιῶ τὰ ἔργα τοῦ πατρός41 μου, μὴ πιστεύετέ μοι· 38 εἰ* δὲ ποιῶ, κἂν73
ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύετε, ἵνα* γνῶτε74 καὶ γινώσκητε*** ὅτι* ἐν ἐμοὶ ὁ
πατὴρ41 κἀγὼ ἐν τῷ πατρί41. 39 Ἐζήτουν [οὖν] αὐτὸν πάλιν* πιάσαι**75, καὶ ἐξῆλθεν1 ἐκ
τῆς χειρὸς62 αὐτῶν.
40 Καὶ ἀπῆλθεν1 πάλιν* πέραν76 τοῦ Ἰορδάνου εἰς τὸν τόπον ὅπου77 ἦν Ἰωάννης
τὸ πρῶτον βαπτίζων3 καὶ ἔμεινεν78 ἐκεῖ. 41 καὶ πολλοὶ65 ἦλθον1 πρὸς αὐτὸν καὶ ἔλεγον
ὅτι Ἰωάννης μὲν σημεῖον ἐποίησεν** οὐδέν44, πάντα11 δὲ ὅσα22 εἶπεν19 Ἰωάννης περὶ
τούτου ἀληθῆ79 ἦν. 42 καὶ πολλοὶ65 ἐπίστευσαν** εἰς αὐτὸν ἐκεῖ80.
θησαν (formes passives ayant le sens actif) 69 γεγραμμένος : part. parfait passif de γράφω
60 δίδωμι : donner 70 εἶπα = εἶπον (cf. note 19)
δέδωκεν : 3e pers. sing. indic. parfait 71 λυθῆναι : infinitif aoriste passif de λύω
61 εἰς τὸν αἰῶνα : à jamais 72 ἀπέστειλεν : 3e pers. sing. indic. aor. 1 de
62 ἡ χείρ, χειρός : la main ἀποστέλλω : envoyer
63 μεῖζον + gén. : plus grand que. Ce passage au 73 κἂν + subj. : même si
neutre fait problème. Du point de vue gram- 74 γνῶτε : 2e pers. plur. subj. aor. 2 de γινώσκω
m’a donné est plus grand que tout. Mais la 76 πέραν + gén. : de l'autre côté de
serait : Mon Père qui me [les] a données est plus 78 ἔμεινεν : 3e pers. sing. indic. aor. 1 de μένω
grand que tout. Cf. Mt 12/6. 79 ἀληθής, ἀληθής, ἀληθές : vrai (nom. acc.
64 λιθάζω : lapider neutre plur. ἀληθῆ)
65 πολλοί, πολλαί, πολλά : nombreux 80 ἐκεῖ : là
4
Textes annotés
LE SUBJONCTIF
Le subjonctif est caractérisé par un allongement de la désinence. La particule ἄν
donne au subjonctif une valeur éventuelle.
LE PARTICIPE
A l'actif, les participes présent et aoriste sont caractérisés par la désinence -ων,
-οντος. Un participe précédé de l'article équivaut à une proposition relative.
1re pers. sing. λύω λύσω λάβω nom. neutre sing. du part. présent de ἔξεστι
3e pers. sing. λύῃ λύσῃ λάβῃ 11 εἰ μὴ : sinon, si ce n’est, sauf
2 pers. plur.
e λύητε λύσητε λάβητε 12 ὁ ἱερεύς, έως : prêtre, nom.-acc. plur. ἱερεῖς,
nom. masc. sing. λύων λύσας λαβών μείζων : plus grand (avec un complément au
nom. neut. sing. λύον λύσαν λαβόν génitif)
gén. masc. sing. λύοντος λύσαντος λαβόντος 17 ὧδε : ici
dat. masc. sing. λύοντι λύσαντι λαβόντι 18 ἐγνώκειτε : 2e pers. plur. du plus-que-parfait de
gén. sing. τίνος, dat. sing. τίνι 26 ἐπερωτάω : interroger (verbe contracte en αω)
7 L’article peut substantiver n’importe quelle expres- 27 εἰ : si, est ici interrogatif : est-ce que
5
Textes annotés
actif : ἐκτείνας 58 τις, τι, gén. sing. τινος, nom. plur. τινες :
36 ἀπεκατεστάθη : 3e pers. sing. de l’ind. aor. quelqu’un (inaccentué, pronom indéfini)
passif de ἀποκαθίστημι : rétablir, restaurer 59 ἡ πλατεῖα, ας : place
37 ὑγιής, ές : sain, en bonne santé 60 ὁ κάλαμος, ου : roseau
38 τὸ συμβούλιον, ου : conseil 61 συντετριμμένος : part. parfait passif de συν-
39 ὅπως : afin que (+ subj.) τρίβω : écraser
40 ἀπολέσωσιν : subj. aor. actif de ἀπόλλυμι : 62 κατεάξω : futur de κατάγνυμι : briser
γινώσκω enfumer
42 ἀναχωρέω : se retirer 65 σβέσω : futur de σβέννυμι
43 πολλοί, αί, ά : nombreux 66 τὸ νῖκος, ους : victoire
44 πᾶς, πᾶσα, πᾶν : tout, nom. masc. plur. 67 τὸ ὄνομα, ατος : nom
πάντες, acc. masc. plur. πάντας 68 ἐλπιῶ : forme de futur contracte de ἐλπίζω
45 ἐπιτιμάω : réprimander (+ dat., verbe contracte 69 προσηνέχθη : 3e pers. sing. de l’ind. aor. passif
ἄρχοντι74 τῶν δαιμονίων. 25 εἰδὼς75 δὲ τὰς ἐνθυμήσεις76 αὐτῶν εἶπεν αὐτοῖς, Πᾶσα44
βασιλεία μερισθεῖσα77 καθ᾿ ἑαυτῆς ἐρημοῦται78 καὶ πᾶσα44 πόλις79 ἢ οἰκία
μερισθεῖσα77 καθ᾿ ἑαυτῆς οὐ σταθήσεται80. 26 καὶ εἰ* ὁ Σατανᾶς τὸν Σατανᾶν
ἐκβάλλει, ἐφ᾿ ἑαυτὸν ἐμερίσθη77· πῶς8 οὖν σταθήσεται80 ἡ βασιλεία αὐτοῦ; 27 καὶ εἰ*
ἐγὼ ἐν Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλω τὰ δαιμόνια, οἱ υἱοὶ ὑμῶν ἐν τίνι6 ἐκβάλλουσιν; διὰ
τοῦτο αὐτοὶ κριταὶ ἔσονται ὑμῶν. 28 εἰ* δὲ ἐν πνεύματι53 θεοῦ ἐγὼ ἐκβάλλω τὰ
δαιμόνια, ἄρα ἔφθασεν81 ἐφ᾿ ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ. 29 ἢ13 πῶς8 δύναταί τις58
εἰσελθεῖν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἰσχυροῦ καὶ τὰ σκεύη82 αὐτοῦ ἁρπάσαι83, ἐὰν* μὴ
πρῶτον δήσῃ84 τὸν ἰσχυρόν; καὶ τότε* τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρπάσει83. 30 ὁ μὴ ὢν85
μετ᾿ ἐμοῦ κατ᾿ ἐμοῦ ἐστιν, καὶ ὁ μὴ συνάγων*** μετ᾿ ἐμοῦ σκορπίζει86.
31 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, πᾶσα44 ἁμαρτία καὶ βλασφημία87 ἀφεθήσεται88 τοῖς
ἀνθρώποις, ἡ δὲ τοῦ πνεύματος53 βλασφημία87 οὐκ ἀφεθήσεται88. 32 καὶ ὃς ἐὰν89
εἴπῃ** λόγον κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται88 αὐτῷ· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ** κατὰ
τοῦ πνεύματος53 τοῦ ἁγίου, οὐκ ἀφεθήσεται88 αὐτῷ οὔτε ἐν τούτῳ τῷ αἰῶνι90 οὔτε ἐν
τῷ μέλλοντι***.
33 Ἢ13 ποιήσατε τὸ δένδρον καλὸν καὶ τὸν καρπὸν αὐτοῦ καλόν, ἢ ποιήσατε τὸ
δένδρον σαπρὸν91 καὶ τὸν καρπὸν αὐτοῦ σαπρόν91· ἐκ γὰρ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον
γινώσκεται. 34 γεννήματα92 ἐχιδνῶν93, πῶς8 δύνασθε ἀγαθὰ λαλεῖν πονηροὶ ὄντες85;
ἐκ γὰρ τοῦ περισσεύματος94 τῆς καρδίας τὸ στόμα95 λαλεῖ. 35 ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος
ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ θησαυροῦ96 ἐκβάλλει ἀγαθά, καὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ
πονηροῦ θησαυροῦ96 ἐκβάλλει πονηρά. 36 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πᾶν44 ῥῆμα97 ἀργὸν98 ὃ
λαλήσουσιν οἱ ἄνθρωποι ἀποδώσουσιν99 περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως54· 37 ἐκ
γὰρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ100, καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ21.
38 Τότε* ἀπεκρίθησαν101 αὐτῷ τινες58 τῶν γραμματέων102 καὶ Φαρισαίων
103 ἡ μοιχαλίς, ίδος : adultère actif de σχολάζω : être inoccupé (se rapporte à
104 ἐπιζητέω : rechercher, demander οἶκον)
105 δοθήσεται : futur passif de δίδωμι : donner 127 σεσαρωμένον : acc. masc. sing. du part. parfait
106 ἡ κοιλία, ας : ventre passif de σαρόω : balayer
107 τὸ κῆτος, ους : monstre marin (cétacé) 128 κεκοσμημένον : acc. masc. sing. du part. parfait
108 τρεῖς : trois passif de κοσμέω : parer, mettre en ordre
109 ἡ νύξ, νυκτός : nuit, acc. plur. νύκτας 129 ἑπτὰ : sept (invariable)
110 ὁ ἀνήρ, ἀνδρός : homme, nom. plur. ἄνδρες 130 πονηρότερος, α, ον : comparatif de πονη-ρός
111 ὁ Νινευίτης, ου : habitant de Ninive (avec complément au gén.)
112 ἀναστήσονται : futur moyen de ἀνίστημι : se 131 εἰσελθόντα : nom.-acc. neutre plur. du part. aor.
πλείων : plus (avec un complément au génitif) 134 λαλοῦντος : gén. masc. sing. du part. présent
116 ἡ βασίλισσα, ης : reine actif de λαλέω. Avec αὐτοῦ, ce participe forme
117 ὁ νότος, ου : vent du sud, sud un génitif absolu : comme il parlait
118 ἐγερθήσεται : futur passif de ἐγείρω (sens 135 ἡ μήτηρ, μητρός : mère
8
Textes annotés
ADJECTIFS DE LA 3e CLASSSE
Les pronoms et adjectifs de la 3e classe suivent la 3e déclinaison au masculin et au
neutre, la 1re déclinaison au féminin (cf. leçon 32).
Les participes actifs se déclinent comme des adjectifs de la 3e classe.
aor. 1 : λύσας gén. λύσαντος, λύσασα, λῦσαν 12 ἐπιτίθησιν : 3e pers. sing. de l’indic. prés. actif de
aor. 2 : λαβών gén. λαβόντος, λαβοῦσα, λαβόν ἐπιτίθημι : poser, placer (sur).
Un participe précédé de l'article équivaut à une 13 ὁ ὦμος, ου : l’épaule
1re pers. plur. λύωμεν λύσωμεν λάβωμεν introduire un complément du comparatif. Ici, elle
La particule ἄν donne au subjonctif une valeur suffit à donner à la phrase un sens comparatif
éventuelle. (sémitisme).
1 πᾶς, πᾶσα, πᾶν : tout (note **) 18 ἡ δραχμή, ῆς : la drachme
2 διαγογγύζω : murmurer 19 δέκα : dix (invariable)
3 τε : et (particule de coordination qui suit le mot; 20 ἅπτω : allumer (ne pas confondre avec
elle annonce ici le καί) ἅπτομαι : toucher)
4 ὁ γραμματεύς, έως : scribe, nom. plur. : γραμ- 21 ὁ λύχνος, ου : la lampe
de ἕως
9
Textes annotés
11 Εἶπεν δέ, Ἄνθρωπός τις εἶχεν δύο25 υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος26 αὐτῶν τῷ
πατρί, Πάτερ, δός27 μοι τὸ ἐπιβάλλον**28 μέρος τῆς οὐσίας29. ὁ δὲ διεῖλεν30 αὐτοῖς τὸν
βίον31. 13 καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς32 ἡμέρας συναγαγὼν** πάντα1 ὁ νεώτερος26 υἱὸς
ἀπεδήμησεν33 εἰς χώραν μακράν34 καὶ ἐκεῖ35 διεσκόρπισεν36 τὴν οὐσίαν29 αὐτοῦ ζῶν37
ἀσώτως38. 14 δαπανήσαντος39 δὲ αὐτοῦ πάντα1 ἐγένετο λιμὸς40 ἰσχυρὰ κατὰ41 τὴν
χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι42. 15 καὶ πορευθεὶς43 ἐκολλήθη44 ἑνὶ9
τῶν πολιτῶν45 τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν46
χοίρους47, 16 καὶ ἐπεθύμει48 χορτασθῆναι49 ἐκ τῶν κερατίων50 ὧν51 ἤσθιον οἱ χοῖροι47,
καὶ οὐδεὶς9 ἐδίδου27 αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν** ἔφη52, Πόσοι53 μίσθιοι54 τοῦ πατρός
μου περισσεύονται ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ40 ὧδε35 ἀπόλλυμαι8. 18 ἀναστὰς55 πορεύσομαι
πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ, Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου,
19 οὐκέτι56 εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι57 υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα9 τῶν μισθίων54 σου. 20
καὶ ἀναστὰς55 ἦλθεν πρὸς τὸν πατέρα ἑαυτοῦ. ἔτι56 δὲ αὐτοῦ μακρὰν34 ἀπέχοντος58
εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη59 καὶ δραμὼν60 ἐπέπεσεν61 ἐπὶ τὸν
τράχηλον62 αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν63 αὐτόν. 21 εἶπεν δὲ ὁ υἱὸς αὐτῷ, Πάτερ, ἥμαρτον
εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, οὐκέτι56 εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι57 υἱός σου. 22 εἶπεν δὲ ὁ
πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ, Ταχὺ64 ἐξενέγκατε65 στολὴν66 τὴν πρώτην καὶ
ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε27 δακτύλιον67 εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα68 εἰς τοὺς
πόδας, 23 καὶ φέρετε τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν69, θύσατε70, καὶ φαγόντες**
εὐφρανθῶμεν71, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησεν37, ἦν ἀπολωλὼς8 καὶ
10
Textes annotés
72 εὑρέθη : 3e pers. sing. de l’indic. aor. passif de 80 ἥκω : être là, être arrivé
εὑρίσκω 81 ὑγιαίνω : être en bonne santé
73 πρεσβύτερος : ici, plus âgé (comparatif) 82 ἀπολαμβάνω : recevoir, retrouver
74 ἐρχόμενος : part. prés. moyen de ἔρχομαι 83 ὠργίσθη : 3e pers. sing. de l’indic. aor. passif de
75 ἡ συμφωνία, ας : la musique ὀργίζομαι : être en colère
76 ὁ χορός, οῦ : le choeur de danse 84 ἀποκριθεὶς : part. aor. passif de ἀποκρίνομαι
11
Textes annotés
1 Ὦ ἀνόητοι1 Γαλάται, τίς ὑμᾶς ἐβάσκανεν2, οἷς κατ᾿ ὀφθαλμοὺς Ἰησοῦς Χριστὸς
προεγράφη3 ἐσταυρωμένος4 2 τοῦτο μόνον θέλω μαθεῖν ἀφ᾿ ὑμῶν· ἐξ ἔργων νόμου τὸ
πνεῦμα ἐλάβετε ἢ ἐξ ἀκοῆς5 πίστεως; 3 οὕτως ἀνόητοί1 ἐστε; ἐναρξάμενοι6 πνεύματι
νῦν7 σαρκὶ ἐπιτελεῖσθε8; 4 τοσαῦτα9 ἐπάθετε εἰκῇ10, εἴ γε καὶ11 εἰκῇ10. 5 ὁ οὖν
ἐπιχορηγῶν12 ὑμῖν τὸ πνεῦμα καὶ ἐνεργῶν13 δυνάμεις ἐν ὑμῖν, ἐξ ἔργων νόμου ἢ ἐξ
ἀκοῆς5 πίστεως;
6 καθὼς Ἀβραὰμ ἐπίστευσεν τῷ θεῷ, καὶ ἐλογίσθη14 αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην·
7 γινώσκετε ἄρα ὅτι οἱ ἐκ πίστεως, οὗτοι υἱοί εἰσιν Ἀβραάμ. 8 προϊδοῦσα15 δὲ ἡ γραφὴ
ὅτι ἐκ πίστεως δικαιοῖ16 τὰ ἔθνη ὁ θεὸς, προευηγγελίσατο17 τῷ Ἀβραὰμ ὅτι
Ἐνευλογηθήσονται18 ἐν σοὶ πάντα τὰ ἔθνη· 9 ὥστε οἱ ἐκ πίστεως εὐλογοῦνται σὺν τῷ
πιστῷ Ἀβραάμ.
10 Ὅσοι19 γὰρ ἐξ ἔργων νόμου εἰσὶν, ὑπὸ κατάραν20 εἰσίν· γέγραπται21 γὰρ ὅτι
Ἐπικατάρατος22 πᾶς ὃς οὐκ ἐμμένει23 πᾶσιν τοῖς γεγραμμένοις24 ἐν τῷ βιβλίῳ τοῦ νόμου
τοῦ ποιῆσαι αὐτά. 11 ὅτι δὲ ἐν νόμῳ οὐδεὶς δικαιοῦται25 παρὰ τῷ θεῷ δῆλον26, ὅτι Ὁ
δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται27· 12 ὁ δὲ νόμος οὐκ ἔστιν ἐκ πίστεως, ἀλλ᾿ Ὁ ποιήσας αὐτὰ
ζήσεται27 ἐν αὐτοῖς. 13 Χριστὸς ἡμᾶς ἐξηγόρασεν28 ἐκ τῆς κατάρας20 τοῦ νόμου
γενόμενος33 ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα20, ὅτι γέγραπται21, Ἐπικατάρατος22 πᾶς ὁ κρεμάμενος29
ἐπὶ ξύλου30, 14 ἵνα31 εἰς τὰ ἔθνη ἡ εὐλογία32 τοῦ Ἀβραὰμ γένηται33 ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ,
ἵνα31 τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πνεύματος λάβωμεν34 διὰ τῆς πίστεως.
15 Ἀδελφοί, κατὰ ἄνθρωπον λέγω· ὅμως34b ἀνθρώπου κεκυρωμένην35 διαθήκην
οὐδεὶς ἀθετεῖ36 ἢ ἐπιδιατάσσεται37. 16 τῷ δὲ Ἀβραὰμ ἐρρέθησαν38 αἱ ἐπαγγελίαι καὶ τῷ
1 ἀνόητος, ος, ον : stupide, insensé 19 ὅσοι, ὅσαι, ὅσα : tous ceux qui (relatif)
2 βασκαίνω : ensorceler, aor. 1 ἐβάσκανα 20 κατάρα, ας : malédiction
3 προεγράφη : 3e pers. sing. indic. aor. 2 passif de 21 γέγραπται : 3e pers. sing. indic. parfait passif de
σπέρματι αὐτοῦ. οὐ λέγει, Καὶ τοῖς σπέρμασιν, ὡς ἐπὶ πολλῶν, ἀλλ᾿ ὡς ἐφ᾿ ἑνός, Καὶ
τῷ σπέρματί σου, ὅς ἐστιν Χριστός. 17 τοῦτο δὲ λέγω· διαθήκην προκεκυρωμένην39
ὑπὸ τοῦ θεοῦ ὁ μετὰ τετρακόσια40 καὶ τριάκοντα41 ἔτη γεγονὼς42 νόμος οὐκ ἀκυροῖ43 εἰς
τὸ καταργῆσαι44 τὴν ἐπαγγελίαν. 18 εἰ γὰρ ἐκ νόμου ἡ κληρονομία45, οὐκέτι46 ἐξ
ἐπαγγελίας· τῷ δὲ Ἀβραὰμ δι᾿ ἐπαγγελίας κεχάρισται47 ὁ θεός.
19 Τί οὖν ὁ νόμος; τῶν παραβάσεων48 χάριν49 προσετέθη50, ἄχρις οὗ51 ἔλθῃ52 τὸ
σπέρμα ᾧ ἐπήγγελται53, διαταγεὶς54 δι᾿ ἀγγέλων ἐν χειρὶ μεσίτου55. 20 ὁ δὲ μεσίτης55
ἑνὸς οὐκ ἔστιν, ὁ δὲ θεὸς εἷς ἐστιν. 21 Ὁ οὖν νόμος κατὰ τῶν ἐπαγγελιῶν [τοῦ θεοῦ];
μὴ γένοιτο56. εἰ γὰρ ἐδόθη57 νόμος ὁ δυνάμενος58 ζῳοποιῆσαι59, ὄντως60 ἐκ νόμου ἂν61
ἦν ἡ δικαιοσύνη· 22 ἀλλὰ συνέκλεισεν62 ἡ γραφὴ τὰ πάντα ὑπὸ ἁμαρτίαν, ἵνα ἡ
ἐπαγγελία ἐκ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ δοθῇ63 τοῖς πιστεύουσιν64.
23 Πρὸ τοῦ δὲ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα65 συγκλειόμενοι66 εἰς
τὴν μέλλουσαν67 πίστιν ἀποκαλυφθῆναι68, 24 ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς69 ἡμῶν
γέγονεν70 εἰς Χριστόν, ἵνα31 ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν71· 25 ἐλθούσης72 δὲ τῆς πίστεως73
οὐκέτι46 ὑπὸ παιδαγωγόν69 ἐσμεν. 26 Πάντες γὰρ υἱοὶ θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν
Χριστῷ Ἰησοῦ· 27 ὅσοι19 γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε74, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. 28 οὐκ
ἔνι75 Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι75 δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι75 ἄρσεν76 καὶ
θῆλυ77· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. 29 εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ
Ἀβραὰμ σπέρμα ἐστέ, κατ᾿ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι78.
de γίνομαι donner
43 ἀκυροῖ : 3e pers. sing. indic. prés. actif de 64 πιστεύουσιν : dat. masc. plur. du part. prés. actif
13
Textes annotés
1 Ἀδελφοί μου, μὴ ἐν προσωπολημψίαις1 ἔχετε τὴν πίστιν τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ
Χριστοῦ τῆς δόξης. 2 ἐὰν2 γὰρ εἰσέλθῃ εἰς συναγωγὴν ὑμῶν ἀνὴρ χρυσοδακτύλιος3 ἐν
ἐσθῆτι λαμπρᾷ4, εἰσέλθῃ δὲ καὶ πτωχὸς ἐν ῥυπαρᾷ ἐσθῆτι, 3 ἐπιβλέψητε δὲ ἐπὶ τὸν
φοροῦντα τὴν ἐσθῆτα τὴν λαμπρὰν καὶ εἴπητε, Σὺ κάθου5 ὧδε καλῶς, καὶ τῷ πτωχῷ
εἴπητε, Σὺ στῆθι6 ἐκεῖ ἢ κάθου ὑπὸ τὸ ὑποπόδιόν7 μου, 4 οὐ διεκρίθητε8 ἐν ἑαυτοῖς καὶ
ἐγένεσθε κριταὶ διαλογισμῶν πονηρῶν;
5 Ἀκούσατε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί· οὐχ ὁ θεὸς ἐξελέξατο9 τοὺς πτωχοὺς τῷ
κόσμῳ πλουσίους ἐν πίστει καὶ κληρονόμους τῆς βασιλείας ἧς10 ἐπηγγείλατο11 τοῖς
ἀγαπῶσιν12 αὐτόν; 6 ὑμεῖς δὲ ἠτιμάσατε τὸν πτωχόν. οὐχ οἱ πλούσιοι
καταδυναστεύουσιν ὑμῶν καὶ αὐτοὶ ἕλκουσιν ὑμᾶς εἰς κριτήρια; 7 οὐκ αὐτοὶ
βλασφημοῦσιν τὸ καλὸν ὄνομα τὸ ἐπικληθὲν13 ἐφ᾿ ὑμᾶς;
8 εἰ μέντοι νόμον τελεῖτε βασιλικὸν κατὰ τὴν γραφήν, Ἀγαπήσεις14 τὸν πλησίον
σου ὡς σεαυτόν, καλῶς ποιεῖτε· 9 εἰ δὲ προσωπολημπτεῖτε ἁμαρτίαν ἐργάζεσθε
ἐλεγχόμενοι15 ὑπὸ τοῦ νόμου ὡς παραβάται. 10 ὅστις γὰρ ὅλον τὸν νόμον τηρήσῃ16
πταίσῃ δὲ ἐν ἑνί, γέγονεν πάντων ἔνοχος. 11 ὁ γὰρ εἰπών, Μὴ μοιχεύσῃς17, εἶπεν καί,
Μὴ φονεύσῃς· εἰ δὲ οὐ μοιχεύεις φονεύεις δέ, γέγονας παραβάτης νόμου.
12 Οὕτως λαλεῖτε καὶ οὕτως ποιεῖτε ὡς διὰ νόμου ἐλευθερίας μέλλοντες
κρίνεσθαι. 13 ἡ γὰρ κρίσις ἀνέλεος τῷ μὴ ποιήσαντι ἔλεος· κατακαυχᾶται ἔλεος
κρίσεως.
14 Τί τὸ ὄφελος, ἀδελφοί μου, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ
δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; 15 ἐὰν ἀδελφὸς ἢ ἀδελφὴ γυμνοὶ ὑπάρχωσιν καὶ
λειπόμενοι τῆς ἐφημέρου τροφῆς 16 εἴπῃ δέ τις αὐτοῖς ἐξ ὑμῶν, Ὑπάγετε ἐν εἰρήνῃ,
θερμαίνεσθε καὶ χορτάζεσθε, μὴ δῶτε18 δὲ αὐτοῖς τὰ ἐπιτήδεια τοῦ σώματος, τί τὸ
ὄφελος; 17 οὕτως καὶ ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔχῃ ἔργα, νεκρά ἐστιν καθ᾿ ἑαυτήν.
18 Ἀλλ᾿ ἐρεῖ τις19, Σὺ πίστιν ἔχεις, κἀγὼ ἔργα ἔχω· δεῖξόν20 μοι τὴν πίστιν σου
1 Le pluriel peut indiquer les manifestations 12 ἀγαπῶσιν : dat masc. plur. du part. présent actif
concrètes d’une notion abstraite de ἀγαπάω : aimer (verbe contracte en αω)
2 Les subjonctifs des v. 2 et 3 dépendent tous de cet 13 ἐπικληθέν : nom.-acc. neutre sing. du part. aor.
d’or (χρυσός) au doigt (δάκτυλος) 15 Le verbe ἐλέγχω peut indiquer les différentes
4 λαμπρός, ά, όν : brillant ; d’une blancheur phases d'un processus judiciaire : accuser,
éclatante (pour une toge) convaincre d'une faute, condamner
5 κάθου : 2e pers. sing. impératif de κάθημαι : être 16 La particule ἄν est parfois omise dans une relative
se tenir debout (ce verbe est transitif à l’aoriste 1 non par l’impératif
et intransitif à l’aoriste 2) 18 δῶτε : 2e pers. plur. du subj. aor. 2 actif de
7 τὸ ὑποπόδιον, ου : marchepied, repose-pied δίδωμι : donner (ce subj. dépend toujours de
8 διακρίνω : au passif, être partagé, douter ; ici, ἐάν v. 15)
faire des distinctions 19 Il est difficile de savoir où se termine la parole
9 ἐξελεξάμην : aor. moyen de ἐκλέγομαι : choisir rapportée au style direct
10 attraction du relatif (leçon 18) 20 Les temps primitifs du verbe δείκνυμι : montrer,
11 ἐπηγγειλάμην : aor. moyen de έπαγγέλ- se forment normalement sur le radical δεικ- :
λομαι : promettre futur : δείξω, aor. 1 : ἔδειξα
14
Textes annotés
χωρὶς τῶν ἔργων, κἀγώ σοι δείξω ἐκ τῶν ἔργων μου τὴν πίστιν. 19 σὺ πιστεύεις ὅτι εἷς
ἐστιν ὁ θεός, καλῶς ποιεῖς· καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσιν καὶ φρίσσουσιν.
20 Θέλεις δὲ γνῶναι, ὦ ἄνθρωπε κενέ, ὅτι ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων ἀργή21 ἐστιν;
21 Ἀβραὰμ ὁ πατὴρ ἡμῶν οὐκ ἐξ ἔργων ἐδικαιώθη22 ἀνενέγκας23 Ἰσαὰκ τὸν υἱὸν αὐτοῦ
ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον; 22 βλέπεις ὅτι ἡ πίστις συνήργει τοῖς ἔργοις αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν
ἔργων ἡ πίστις ἐτελειώθη24, 23 καὶ ἐπληρώθη25 ἡ γραφὴ ἡ λέγουσα, Ἐπίστευσεν δὲ
Ἀβραὰμ τῷ θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην καὶ φίλος θεοῦ ἐκλήθη. 24 ὁρᾶτε
ὅτι ἐξ ἔργων δικαιοῦται26 ἄνθρωπος καὶ οὐκ ἐκ πίστεως μόνον. 25 ὁμοίως δὲ καὶ Ῥαὰβ
ἡ πόρνη οὐκ ἐξ ἔργων ἐδικαιώθη ὑποδεξαμένη τοὺς ἀγγέλους καὶ ἑτέρᾳ ὁδῷ
ἐκβαλοῦσα; 26 ὥσπερ γὰρ τὸ σῶμα χωρὶς πνεύματος27 νεκρόν ἐστιν, οὕτως καὶ ἡ
πίστις χωρὶς ἔργων νεκρά ἐστιν.
21 ἀργός, ή, όν : inactif ; paresseux ; inutile (ἀ- 25 ἐπληρώθην : aor. passif de πληρόω : remplir ;
privatif, ἔργον) accomplir
22 ἐδικαιώθην : aor. passif de δικαιόω : justifier 26 δικαιοῦται : 3e pers. sing. de l’indic. présent actif
sacrifice)
24 ἐτελειώθην : aor. passif de τελειόω : rendre
15