FÁBULAS DE ESOPO CON GLOSARIO.
TEXTO 1: ΑΙΘΙΟΨ
αἰθίοπά τις ὠνήσατο τοιοῦτον αὐτῷ τὸ χρῶμα εἶναι δοκῶν ἀμελείᾳ τοῦ πρότερον ἔχοντος· καὶ
οἴκαδε, πάντα μὲν αὐτῷ προσῆγε2 τὰ ῥύμματα, πᾶσι δὲ λουτροῖς ἐπειρᾶτο καθαίρειν. καὶ τὸ μὲν
χρῶμα μεταβάλλειν οὐκ εἶχε, νοσεῖν δὲ τῷ πονεῖν3 παρεσκεύασεν.
ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι μένουσιν αἱ φύσεις ὡς προῆλθον4 τὴν ἀρχήν.
Notas:
1. παραλαβὼν: aoristo de παραλαμβάνω. 2. προσῆγε: pretérito imperfecto de προσἄγω. 3. τῷ πονεῖν: infinitivo
sustantivado, precedido de artículo. 4. προσῆλθον: aoristo de προσἔρχομαι.
Glosario
αἰθίοψ -οπος, ὁ: etíope παραλαμβάνω: tomar consigo, llevar consigo
ἀμέλεια -ας: ἡ despreocupación, descuido παρασκευάζω: proporcionar, causar
ἀρχή -ης ἡ: principio, origen πειράω: intentar, probar
δηλόω: mostrar, demuestra πονέω: trabajar, sufrir, fatigarse, esforzarse
δοκέω –ῶ: creer, pensar προέρχομαι: preceder, pasar adelante, estar antes
ἔχω: tener, poseer | con infinitivo: poder, lograr πρότερον (adv.): antes
καθαίρω: limpiar, lavar προσάγω: añadir, aplicar
λουτρόν -ου, τό: baño ῥύμμα -ατος, τό: jabón
μένω: permanecer, quedarse φύσις -εως, ἡ: naturaleza, condición natural,
μεταβάλλω: cambiar esencia
μῦθος -ου, ὁ: fábula, historia, mito χρῶμα -ατος, τό: color
νοσέω: enfermar, ponerse enfermo ὠνέομαι –οῦμαι: comprar
οἴκαδε (adv.): en casa
1
TEXTO 2: ΑΛΩΠΗΞ ΚΑΙ ΒΟΤΡΥΣ
ἀλώπηξ λιμώττουσα, ὡς ἐθεάσατο ἀπό τινος ἀναδενδράδος βότρυας κρεμαμένους1, ἠβουλήθη2
αὐτῶν περιγενέσθαι3 καὶ οὐκ ἠδύνατο4. ἀπαλλαττομένη δὲ πρὸς ἑαυτὴν εἶπεν5· “ὄμφακές εἰσιν.”
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων ἔνιοι τῶν πραγμάτων ἐφικέσθαι6 μὴ δυνάμενοι δι᾿ ἀσθένειαν τοὺς
καιροὺς αἰτιῶνται.
Notas:
1. κρεμαμένους: participio de presente M-P de κρεμάννυμι. 2. ἠβουλήθη: aoristo pasivo de βούλομαι. 3.
περιγενέσθαι: infinitivo de aoristo de περιγίγνομαι. 4. ἠδύνατο: aoristo de δύναμαι. 5. εἶπεν: aoristo de λέγω. 6.
ἐφικέσθαι: infinitivo de aoristo de ἐφικνέομαι.
Glosario
αἰτιάομαι: culpar ἐφικνέομαι: lograr, conseguir, alcanzar [+
ἀλώπηξ -εκος, ἡ: zorra genitivo]
ἀναδενδράς -άδος ἡ: parra, vid θεάομαι: ver, contemplar
ἄνθρωπος -ου: ὁ hombre, ser humano καιρός -ου, ὁ: circunstancia, ocasión
ἀπαλλάττω: alejar(se), apartar(se) κρεμάννυμι: colgar, suspender
ἀσθένεια -ας, ἡ: falta de fuerza, debilidad λέγω: decir
βότρυς -υος, ὁ: racimo de uvas, uvas λιμώττω: tener hambre, estar hambriento
βούλομαι: querer ὄμφαξ -ακος, ἡ: verde, (uva) no madura
δύναμαι: ser capaz, poder (+ infinitivo) περιγίγνομαι: apoderarse [de algo, con genitivo]
ἔνιοι -αι -α: algunos/-as πρᾶγμα -ατος, τό: tarea, objetivo, hecho, fin
2
TEXTO 3: ΑΛΩΠΗΞ ΚΑΙ ΜΟΡΜΟΛΙΚΕIΟΝ
ἀλώπηξ εἰσελθοῦσα1 εἰς οἰκίαν κιθαρῳδοῦ καὶ ἕκαστον τῶν αὐτοῦ σκευῶν ἐρευνησαμένη εὗρε2
κεφαλὴν μορμολυκείου εὐφυῶς κατεσκευασμένην. ἁναλαβοῦσα3 δὲ αὐτὴν ταῖς οἰκείαις χερσὶν
ἔφη4· “ὦ οἵα κεφαλὴ καὶ ἐγκέφαλον οὐκ ἔχει”. ὁ μῦθος (se dirige) πρὸς ἄνδρας μεγαλοπρεπεῖς
μὲν τῷ σώματι, κατὰ ψυχὴν δὲ ἀλογίστους.
Notas: 1. Participio de aoristo del verbo εἱσ-έρχομαι-εἵσειμι. 2. 3ª persona del singular del aoristo de indicativo activo del
verbo εὑρισκω 3. Participio de aoristo activo del verbo ἁνα-λαμβάνω 4. 3ª persona del singular del aoristo de indicativo
activo del verbo φημί.
Glosario
ἁλόγιστος, -ον: insensato κιθαρῳδός, -οῦ (ὁ): citarista (músico)
ἀλώπηξ, -εκος (ἡ): zorra μεγαλοπρεπής, -ές: magnífico
ἁναλαμβάνω: tomar, coger μορμολύκειον, ου (τό): máscara
ἁνήρ, ἁνδρός (ὁ): hombre μῦθος, -ου (ὁ): fábula
ἐγκέφαλος, -ου (ὁ): cerebro οἳος, -α, -ον: adj.-pron. exclamativo,”¡qué!”
εἵσειμι: entrar οἰκεὶος, -α, -ον: propio
ἕκαστος, -η, -ον: cada uno οἰκία, -ας (ἡ): casa
ἐρευνάω: rastrear σκευή, -ὴς (ἡ): vestimenta
εὑρίσκω: encontrar σὼμα, -ατος (τό): cuerpo, apariencia
εὐφυῶς: adv. “bellamente” φημί: decir
ἔχω: tener χείρ, χειρός (ἡ): mano
κατασκευάζω: decorar ψυχή, -ὴς (ἡ): alma, carácter
κεφαλή, -ὴς (ἡ): cabeza ὦ: interjección exclamatica, “¡oh!”
3
TEXTO 4: ΑΝΔΡΟΦΟΝΟΣ
ἀνθρωπόν τις ἀποκτείνας 1 ὑπὸ τῶν ἐκείνου συγγενῶν ἐδιώκετο. γενόμενος2 δὲ κατὰ τὸν
Νεῖλον ποταμόν, λύκου αὐτῷ ἀπαντήσαντος, φοβηθεὶς ἀνέβη3 ἐπὶ τι δένδρον τῷ ποταμῷ
παρακείμενον καὶ ἐκεῖ ἐκρύπτετο. θεασάμενος δὲ ἐνταῦθα ἔχιν κατ᾿αὐτοῦ διαιρόμενον, ἑαυτὸν
εἰς τὸν ποταμὸν καθῆκεν. Ἐν δὲ τούτῷ ὑποδεξάμενος αὐτὸν κροκόδειλος κατεθοινήσατο.
ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι τοῖς ἐναγέσι τῶν ἀνθρώπων οὔτε γῆς οὔτε ἀέρος οὔτε ὕδατος στοιχεῖον
ἀσφαλές ἐστιν.
Notas: 1. Participio de aoristo activo del verbo ἁποκτείνω. 2. Participio de aoristo del verbo γίγνομαι 3. 3ª persona del
singular del aoristo del verbo ἁναβαίνω.
Glosario
ἁήρ, ἁερος (ἡ): aire ἑνταῦθα: adv. “entonces”
ἁναβαίνω: trepar καθήκω: tirarse, caer
ἅνθρωπος, -ου (ὁ): hombre κροκόδειλος, -ου (ὁ): cocodrilo
ἁπαντάω: aparecer καταθοινάομαι: devorar
ἁποκτείνω: cometer un asesinato κρύπτω: esconder
ἁσφαλής, -ές: seguro, a salvo λόγος, -ου (ὁ):
γῆ, -ῆς (ἡ): tierra λύκος, -ου (ὁ): lobo
γίγνομαι: llegar Νεὶλος, -ου (ὁ): Nilo
δένδρον, -ου (τό): árbol παράκειμαι: estar plantado
δηλόω: enseñar ποταμός, -οὺ (ὁ): río
διώκω: perseguir στοιχεῖον, -ου (τό): elemento
διαίρω: elevar συγγενής, -ές: pariente, familiar
ἑναής, -ές: malditos ὕδωρ, ὕδατος (τό): agua
ἑκεὶ: adv. “allí” ὑποδέχομαι: recibir
ἕχις, -εως (ὁ): víbora φοβέω: asustar
θεάομαι: ver
4
TEXTO 5: ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΛΕΩΝ
ὥδευέ ποτε λέων σὺν ἀνθρώπῳ. ἕκαστος δὲ αὐτῶν τοῖς λόγοις ἐκαυχῶντο. καὶ δὴ ἐν τῇ ὁδῷ ἦν
ἀνδρὸς στήλη πετρίνη λέοντα πνίγοντος. Ὁ δὲ ἀνὴρ ὑποδείξας1 τῲ λέοντι ἔφη2· “ὁρᾷς σὺ πῶς
ἐσμεν ὑμῶν κρείττονες3;” κἀκεῖνος εἶπεν4 ὑπομειδιάσας· “εἰ λέοντες ᾔδεισαν5 γλύφειν, πολλοὺς
ἄν ἄνδρας εἶδες6 ὑποκάτω λεόντος.” ὅτι πολλοὶ καυχῶνται διὰ λόγων ἀνδρεῖοι εἶναι καὶ
θρασεῖς, ὅυς ἡ πεῖρα γυμνασθέντας ἐξελέγχει.
Notas: 1. Participio de aoristo activo de ὑποδεικνυμι. 2. 3ª persona del singular del aoristo indicativo activo de φημί.
[Link] superlativo irregular, v. κρείττων, -ον. 4. 3ª persona del singular del aoristo indicativo activo de λέγω. 5. 3ª
persona del plural del pluscuamperfecto de indicativo activo de εἵδω. 6. 2ª persona del singular del aoristo indicativo
activo de εἵδω.
Glosario
ἁνδρεῖος, -α, -ον: valeroso ὁδος, -οῦ (ὁ): camino
ἁνήρ, ἁνδρός (ὁ): hombre ὁδεύω: caminar
ἁνθρώπος, -ου (ὁ): humano ὁράω: ver
γλύφω: esculpir πεῖρα, -ας (ἡ): experiencia
γυμνάζω: ejercitar el cuerpo πέτρινος, -η, -ον: pétreo, de piedra
εἵδω: saber; ver πνίγω: ahogar, asfixiar
ἕκαστος, -η, -ον: πολύς, πολλή, πολλύ: adj. indefinido, “mucho”
ἑξελέγχω: demuestra πότε: adv. “cierto día”
θράσυς, -εῖα, -ὑ: audaz πῶς: adverbio interrogativo, “cómo”
καυχάομαι: pavonearse, fanfarronear στήλη, -ης (ἡ): estela funeraria
κρείττων, -ον: más fuerte, poderoso ὑποδείκνυμι: señalar, mostrar
λέγω: contestar ὑπομειδιάω: sonreír de medio lado
λέων, -οντος (ὁ): león φημί: decir
λόγος, -ου (ὁ): palabra
5
TEXTO 6: ΑΡΚΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΩΠΗΞ
ἄρκτος μεγάλως ἐκαυχᾶτο ὡς φιλάνθρωπος ὤν, ἐπεὶ νεκρὸν σῶμα οὐκ ἐσθίει 1· Πρὸς ὅν ἡ
ἀλώπηξ εἶπε2·” Εἴθε νεκρούς εἷλκες3, ἄλλὰ μὴ τοὺς ζῶντας.” οὗτος ὁ μῦθος πλεονέκτας τοὺς ἐν
ὑποκρίσει καὶ κενοδοξίᾳ βιοῦντας ἐλέγχει.
Notas: 3ª persona singular del imperfecto indicativo activo de ἕδω 2. 3ª persona singular del aoristo indicativo activo de
λέγω 3. 3ª persona del singular del imperfecto de indicativo activo de ἕλκω.
Glosario
ἀλώπηξ, -εκος (ἡ): zorra κενοδοξία, -ας (ἡ): amor a la vanagloria
ἅρκτος, -ου (ὁ): oso λέγω: decir
ἕδω: comer μεγάλως: adv. “exageradamente”
εἵθε: adv. “ojalá” νεκρός, -ά, -όν: muerto
ἑλέγχω: critica πλεονέκτης, -ου (ὁ): hipócritas
ἕλκω: cazar σῶμα, -ατος (τό): cuerpo
ζάω: estar vivo ὑπόκρισις, -εως (ἡ): falsedad
καυχάομαι: pavonearse, fanfarronear φιλάνθρωπος: filántropo
6
TEXTO 7: ΓΑΛΗ
γαλῆ εἰσελθοῦσα1 εἰς χαλκέως ἐργαστήριον τὴν ἐκεῖ κειμένην ῥίνην περιέλειχε.
συνὲβη2 δὲ, ἐκτριβομένης τῆς γλῶττης, πολὺ αἷμα φέρεσθαι. ἡ δὲ ἐτέρπετο
ὑπονοοῦσά τι τοῦ σιδήρου ἀφαιρεῖσθαι, μέχρι παντελῶς ἀπέβαλε3 τὴν γλῶτταν.
ὁ λόγος εἴρηται πρὸς τοὺς ἐν φιλονεικίαις ἑαυτοὺς καταβλάπτοντας.
Notas:
1. εἰσελθοῦσα: participio aoristo de εἰςέρχομαι 2. συνὲβη: Tema de aoristo de συμβαίνω 3. ἀπέβαλε: Tema
de aoristo de ἀποβάλλω.
Glosario
αἷμα –ατος, τό: sangre παντελῶς: completamente
ἀποβάλλω: perder περιλείχω: lamer
ἀφαιρέω quitar, limar πολύς πολλή πολύ: mucho
γαλῆ -ῆς, ἡ: comadreja ῥίνη –ης, ἡ: lima
γλῶττα –ης, ἡ: lengua Σίδερος –ου, ὁ: hierro
εἰσέρχομαι entrar, ir συμ-βαίνω: ocurrir, suceder
ἐργαστήριον –ου, τό: taller τέρπω: alegrarse
ἐκεῖ: allí ὑπονοέω: suponer
ἐκτρίβω: frotar φέρω: Pas. provocarse, producirse
εἴρω: decir, referirse φιλονεικία –ας, ἡ: afán de victoria,
καταβλάπτω: dañar, hacer daño competitividad
κεῖμαι: encontrarse, estar χαλκεύς –έως, ὁ: herrero, orfebre.
λόγος –ου, ὁ: fábula,relato, historia
7
TEXTO 8: ΕΧΙS ΚΑΙ ΑΛOΠΗΞ
ἔχις ἐπὶ δέσμῃ ἀκανθῶν εἴς τινα ποταμὸν ἐφέρετο. ἀλώπηξ δὲ θεασαμένην αὐτὴν
εἶπεν1· “ἄξιος τῆς νηὸς ὁ ναύκληρος”.
πρὸς ἄνδρα πονηρὸν μοχθηροῖς πράγμασιν ἐγχειρήσαντα.
Notas: 1. Aoristo de λέγω.
Glosario
ἄκανθα -ης, ἡ: espino μοχθηρος -α -ον: miserable
ἀλώπηξ -εκος, ἡ: zorra ναύκληρος -ου, ὁ: capitán, piloto (de un
ἀνήρ, ἀνδρός ὁ: hombre barco)
ἄξιος -η -ον: digno, merecedor ναῦς, νηός, ὁ: barco, nave
δεσμή -ῆς, ἡ: haz, manojo πονηρός -α -ον: malvado, perverso
ἐγχειρέω: emprender, empezar ποταμός -ου, ὁ: río
ἔχις -εως, ὁ: víbora πράγμα -ατος, τό: acciones, hechos
θεάω: ver φέρω: PAS. bajar, precipitarse
λέγω: decir
8
TEXTO 9. ΖΕΥΣ ΚΑΙ ΠΙΘΟΣ AΓΑΘΩΝ
Ζεὺς ἐν πίθῳ τὰ ἀγαθὰ πάντα συγκλείσας ἀφῆκε1 παρὰ ἀνθρώπῳ τινὶ. ὁ δὲ λίχνος
ἄνθρωπος, εἰδέναι2 θέλων τί ἐστιν ἐν αὐτῷ, τὸ πῶμα ἐκίνησε· πάντα δὲ
ἐπετάσθησαν3 πρὸς τοὺς θεοὺς.
Ὅτι τοῖς ἀνθρώποις ἐλπὶς μόνη σύνεστι τὼν πεφευγότων4 ἀγαθῶν ἐγγυωμένη
δώσειν5.
Notas: 1. Aoristo de ἀφίημι. 2. Infinitivo de perfecto de εἴδω 3. Aoristo pasivo de πετάννυμι. 4. Participio
de perfecto de φέυγω. 5. Infinitivo de futuro de δίδωμι.
Glosario
ἀγαθός -η -ον: bueno; PL. bienes κινέω: mover, levantar
ἄνθρωπος -ου, ὁ: hombre λίχνος -η -ον: curioso
ἀφίημι: dejar μόνος -η -ον: solo
δίδωμι: dar πᾶς-πάσα-πάν : todo, entero
ἐγγυάω: prometer, garantizar πετάννυμι: PAS. extenderse, volar
εἴδω: ver, saber πίθος -ου, ὁ: tinaja, tonel
ἐλπὶς -ιδος, ἡ: esperanza πῶμα -ατος, τό: tapa
Ζeὺς, Διὸς ὁ: Zeus συγκλείω: encerrar
θέλω: querer σύνειμι: estar
θεός -ου, ὁ: dios φέυγω: huir, desaparecer
9
TEXTO 10: ΗΛΙΟS ΚΑΙ ΒΑΤΡΑΧΟΙ
γάμοι τοῦ Ἡλίου θέρους ἐγίγνοντο· πάντα δὲ τὰ ζῶᾳ ἔχαιρον ἐπὶ τούτῳ, ἠγάλλοντο
δὲ καὶ οἱ βάτραχοι. εἷς δὲ τούτων εἶπεν· “ὦ μῶροι, εἰς τί ἀγάλεσθε; εἰ γὰρ μόνος ὤν
ὁ Ἥλιος πάσαν ἰλύν ἀποξηραίνει, εἰ γήμας1 ὅμοιον αὐτῷ παιδίον γεννήσει, τί οὐ
πάθωμεν2 κακὸν;”
Ὅτι πολλοὶ τῶν τὸ φρόνημα κουφότερον ἐχόντων χαίρουσιν ἐπὶ πράγμασιν τοῖς μὴ
χαρὰν ἔχουσιν.
Notas: 1. Participio de aoristo de γαμέω. 2. Aoristo de πάσχω.
Glosario
ἀγάλλω: MED. enorgullecerse, regocijarse κουφός -η -ον: ligero, vano
ἀποξηραίνω: secar λέγω: decir
βάτραχος -ου, ὁ: rana μόνος -η -ον: solo
γαμέω: desposar, casarse con μῶρος -α -ον: insensato, necio
γάμος -ου, ὁ: boda, matrimonio ὁμοῖος-α-ον: igual, semejante
γεννάω: engendrar παίς-παιδός, ὁ: hijo
γίγνομαι: πᾶς-πάσα-πάν : todo, entero
εἰμί: ser, estar πάσχω: sufrir, padecer
εἷς-μία-ἕν: uno πολύς, πολλή, πολύ: mucho
ἔχω: tener πρᾶγμα -ατος, τό:
ζῷον -ου, τό: animal φρόνημα -ατος, τό: mente, pensamiento,
Ἥλιος -ου, ὁ: Helios, el Sol inteligencia
θέρος -ους, τό: verano χαίρω: alegrarse, regocijarse
ἰλύς -ύος, ἡ: pantano χαρά -ᾶς, ἡ: alegría
κακός-ή-όν: malo, mal
10
TEXTO 11: ΚΙθΑΡOΙΔΟΣ
κιθαρῳδὸς ἀφυὴς ἐν κεκονιαμένῳ οἴκῳ συνεχῶς ᾄδων, ἀντηχούσης αὐτῷ τῆς φωνῆς,
ἐνόμισεν ἑαυτὸν εὔφωνον σφόδρα εἶναι. καὶ δή ἐπαρθεὶς1 ἐπὶ τούτῳ ἔγνω2 δεῖν καὶ
εἰς θεάτρον εἰσελθεῖν. ἀφικόμενος3 δὲ ἐπὶ σκήνην καὶ πάνυ κακὼς ᾄδων, λίθοις
βαλλόμενος ἐξηλάθη4.
οὕτω καὶ τῶν ῥητόρων ἔνιοι ἐν σχολαῖς εἶναί τινες δοκοῦντες, ὅταν ἐπὶ τὰς πολιτείας
ἀφίκωνται, οὐδενὸς ἄξιοι εὑρίσκονται.
Notas: 1. Participio de aoristo pasivo de ἐπαίρω. 2. 3ª sg. del aoristo 2º de γιγνώσκω. 3. Participio de aoristo
de ἀφικνέομαι. 4. Aoristo pasivo de ἐξελάω.
Glosario
ᾄδω: cantar κιθαρῳδός -ου, ὁ: citaredo
ἀντηχέω: devolver el eco κονιάω: estucar, encalar
ἄξιος -α -ον: digno, merecedor λίθος -ου, ὁ: piedra
ἀφικνέομαι: llegar, desarrollar νομόιζω: creer, considerar
ἀφυὴς -ες: inepto, sin talento οἰκος -ου, ὁ: casa
βαλλω: arrojar, lanzar, tirar ὅταν: cuando
γιγνώσκω: decidir οὐδείς-οὐδεμία-οὐδέν: nadie, ninguno
δεῖ: es preciso, es necesario οὕτω: así
δοκέω: resolver, decidir πάνυ: muy
εἰσέρχομαι: ir πολιτεία -ας, ἡ: carrera política
ἔνιοι -αι -α: algunos ρήτωρ-ορος, ὁ: rétor, orador
ἐξελάω: hacer salir, expulsar, echar σκηνή -ῆς, ἡ: escena
ἐπαίρω: excitarse, engreírse, dejarseσυνεχῶς: continuamente, sin parar
arrastrar σφόδρα: fuertemente, duramente, muy,
εὑρίσκω: PAS. mostrarse, manifestarse mucho
εὔφωνος -ον: de buena voz σχολή -ῆς, ἡ: escuela
θέατρον -ου, τό: teatro φωνή -ης, ἡ: sonido, voz
κακὼς: mal
11
TEXTO 12: KΟΡΩΝΗ ΚΑΙ ΚΥΩΝ
κορώνη Ἀθηνᾷ θύουσα κύνα ἐφ´ ἑστίασιν ἐκάλεσεν. ὁ δὲ ἔφη πρὸς αὐτήν· “τί μάτην
τὰς θυσίας ἀναλίσκεις; ἡ γὰρ δαίμων οὕτως σε μισεῖ, ὡς καὶ τῶν σῶν οἰωνῶν τὴν
πίστιν περιελέσθαι1” καὶ ἡ κορώνη ἀπεκρίνατο· “ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτο αὐτῇ θύω, διότι
οἶδα2 αὐτὴν ἀπεχθῶς διακειμένην, ἵνα διαλλαγῇ3 μοι.”
Οὕτω πολλοὶ διὰ φόβον τοὺς πολεμίους εὐεργετεῖν οὐκ ὀκνοῦσι.
Notas: 1. περιελέσθαι.- Infinitivo de aoristo de περι- αιρέω-. 2. οἶδα perfecto de εἴδω 3. διαλλαγῇ.- 3ª sing.
del presente de subjuntivo de δια-λλάσσω
Glosario
Ἀθήνη ἡ Atenea κύων κυνός ὁ ἡ perro, perra.
ἀν-αλίσκω gastar, derrochar μάτην adv. en vano, inútilmente.
ἀπεχθῶς adv. de ἀπεχθής μισέω odiar
ἀποκρίνω distinguir,enjuiciar ||Med. ὀκνέω dudar
responder. οἰωνός ὁ augurio, presagio.
δαίμων ονος ὁ ἡ dios, diosa. οὕτω(ς) adv. así, de esta manera;
διά-κειμαι encontrarse, hallarse tan, tanto.
δι-αλλάσσω reconciliar|| Med y περιαιρέω act. y med. quitar, despojar.
pas. reconciliarse. πίστις εως confianza
εἴδω saber. πολέμιος α ον enemigo, adversario.
ἑστίασις εως ἡ comida, banquete. πολύς πολλή πολύ mucho,
εὐεργέτης ου ὁ benefactor. φημί decir
θύω sacrificar. φόβος ὁ miedo, temor.
καλέω llamar, invitar.
κορώνη ἡ corneja
12
TEXTO 13: ΚΥΩΝ ΚΑΙ ΛΑΓΩΟΣ
κύων θηρευτικὸς λαγωὸν συλλαβὼν1, τοῦτον ποτὲ μὲν ἔδακνε, ποτὲ δὲ αὐτοῦ τὰ
χείλη περιέλειχεν. ὁ δὲ ἀπαυδήσας ἔφη πρὸς αὐτόν· “ἀλλ´, ὦ οὗτος, παῦσαί2 με
δάκνων ἢ καταφιλῶν, ἵνα γνῶ3 πότερον ἐχθρὸς ἢ φίλος μου καθέστηκας4.”
πρὸς ἄνδρα ἀμφίβολον ὁ λόγος εὔκαιρος.
Notas: 1. συλλαβὼν aoristo de συλ-λαμβάνω 2. παῦσαι.- 2ª sing. del Imperativo de aoristo de παύω . 3.
γνῶ.- 1ª sing. del aoristo subjuntivo de γιγνώσκω. 4. καθέστηκα perf. de καθίστημι.
Glosario
ἀμφίβολος ον ambiguo κύων κυνός ὁ ἡ perro, perra.
ἀνήρ ἀνδρός ὁ hombre λαγωός οῦ ὁ liebre
ἀπαυδάω cansarse, desfallecer. παύω hacer cesar || Med. cesar, parar
γιγνώσκω decidir, resolver; saber περιλείχω lamer.
δάκνω morder ποτε adv. una vez, en algún momento.
θηρευτικός de caza. συλλαμβάνω atrapar.
εὔκαιρος ον oportuno, apropiado φημί decir.
ἐχθρός ά όν enemigo; odioso φίλος η ον amigo, querido, amado.
καθίστημι presentarse. χεῖλος ους τό labio
καταφιλέω besar.
13
TEXTO 14: KΩΝΩΨ ΚΑΙ ΤΑΥΡΟΣ
κώνωψ ἐπιστὰς1 κέρατι ταύρου καὶ πολὺν χρόνον ἐπικαθίσας, ἐπειδὴ
ἀπαλλάττεσθαι ἔμελλεν, ἐπυνθάνετο τοῦ ταύρου εἰ ἤδη βούλεται αὐτὸν ἀπελθεῖν2.
Ὁ δὲ ὑποτυχὼν3 ἔφη· “ἀλλ` οὔτε, ὅτε ἦλθες, ἔγνων4, οὔτε, ἐὰν ἀπέλθῃς5, γνώσομαι6.”
τούτῳ τῷ λόγῳ χρήσαιτο7 ἄν τις πρὸς ἄνδρα ἀδύνατον, ὅς οὔτε παρὼν οὔτε ἀπὼν
ἐπιβλαβὴς ἤ ὠφελιμός ἐστι.
Notas: 1 ἐπιστὰς. Participio aoristo activo masc. sg. de ἐφίστημι.2 ἀπελθεῖν. Inf. Ao. ἀπ-ερχομαι 3
ὑποτυχών part. aor. act. masc. de ὑποτυγχάνω.4 ἔγνων aoristo de indicativo verbo γιγνώσκω-5 ἀπέλθῃς.-
3ª sing. del aoristo de subjuntivo de ἀπ-ερχομαι-6 γνώσομαι Futuro de γιγνώσκω . -7 χρήσαιτο.- Optativo
de χράομαι-
Glosario
ἀδύνατος ον débil, inútil. λόγος ὁ palabra; fábula,relato, historia.
ἀνήρ ἀνδρός ὁ hombre. μέλλω [con infinitivo]ir a, estar a punto
ἀπαλλάττω Med y pas. apartarse, salir de...
ἄπειμι estar ausente. πάρειμι estar presente
ἀπέρχομαι irse. πολύς πολλή πολύ mucho
βούλομαι querer πυνθάνομαι preguntar [con gen.]
γιγνώσκω saber,conocer. ταῦρος- ou ὁ toro
ἐπιβλαβής-ές molesto. ὑποτυγχάνω tomar la palabra
ἐπικαθίζω estar colocado, sentado. φημί decir.
ἐφίστημι.colocarse sobre χράομαι usar, servirse de [dativo]
κέρας ατος τό cuerno. χρόνος-ou ὁ tiempo.
κώνωψ ωπος ὁ mosquito. ὠφέλιμος ον útil
14
TEXTO 15: ΛΑΓΩΟΙ ΚΑΙ ΑΛΩΠΗΚΕΣ
λαγωοί ποτε πολεμοῦντες ἀετοῖς παρεκάλουν εἰς συμμαχίαν ἀλώπεκας. αἱ δὲ
ἔφασαν· “ἐβοηθήσαμεν1 ἂν ὑμῖν, εἰ μὴ ᾔδειμεν2 τίνες ἐστὲ καὶ τίσι πολεμεῖτε.”
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι οἱ φιλονεικοῦντες τοῖς κρείττοσι τῆς ἑαυτῶν σωτηρίας
καταφρονοῦσι.
Νotas: 1 ἐβοηθήσαμεν.- Aoristo pasivo de βοηθέω-2 ᾔδειμεν.- Pluscuamperfecto con valor de imperfecto
de ἐίδω.
Glosario
ἀετός ὁ águila. παρακαλέω llamar; rogar.
ἀλώπηξ εκος ἡ zorra. πολεμέω hacer la guerra, luchar.
βοηθέω ayudar. συμμαχία alianza.
δηλόω mostrar. σωτηρία ἡ salvación, seguridad.
ἐίδω saber φημί decir.
καταφρονέω despreciar [con gen.] φιλονικέω competir, rivalizar;
κρείττων ονος comparativo de κρατύς enfrentarse
más poderoso, más fuerte
λαγωός οῦ ὁ liebre.
λόγος ὁ palabra; fábula,relato, historia.
15
TEXTO 16: ΛΕΑΙΝΑ ΚΑΙ ΑΛΩΠΗΞ
λέαινα ὀνειδιζομένη ὑπ᾿ἀλώπεκος ἐπὶ τῷ διὰ πάντος ἕνα τίκτειν, ἔφη· “ἕνα μὲν
τίκτω, ἀλλὰ λέοντα”.
ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι τὸ καλὸν οὐκ ἐν πλήθει, ἀλλ᾿ ἐν ἀρετῇ.
Glosario
ἀλώπηξ εκος ἡ zorra.
βοηθέω ayudar.
δηλόω mostrar.
εἷς μία ἕν [gen. ἑνός, μιᾶς, ἑνός] uno,una
καλός ή όν bello
λέαινα ἡ leona
λέων οντος ὁ león.
ὀνειδίζω reprochar.
πᾶς πᾶσα πᾶν todo; entero,
πλῆθος ους τό cantidad, número.
τίκτω parir, dar a luz.
16