withhold
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | withhold |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | withholds |
| αόριστος | withheld |
| παθητική μετοχή | withheld, withholden |
| ενεργητική μετοχή | withholding |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]- αποκρύπτω, παρακρατώ, κατακρατώ, κρατώ, αρνούμαι να δώσω κάτι σε κάποιον
He was accused of withholding evidence from the investigation.
- Κατηγορήθηκε ότι αποκρύπτει στοιχεία από την ανάκριση.
Tax is withheld from the employees’ salaries.
- Ο φόρος παρακρατείται από το μισθό των υπαλλήλων.
The employee is accused of withholding official documents.
- Ο υπάλληλος κατηγορείται ότι κατακράτησε υπηρεσιακά έγγραφα.
They withhold 20 euros a month from my salary.
- Μου κρατάνε 20 ευρώ το μήνα από το μισθό μου.
He withheld his consent.
- Αρνήθηκε τη συγκατάθεσή του.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τις λέξεις deduct και reserve