Μετάβαση στο περιεχόμενο

withhold

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας withhold
γ΄ ενικό ενεστώτα withholds
αόριστος withheld
παθητική μετοχή withheld, withholden
ενεργητική μετοχή withholding
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
withhold < with + hold

withhold (en) (επίσημο)

  • αποκρύπτω, παρακρατώ, κατακρατώ, κρατώ, αρνούμαι να δώσω κάτι σε κάποιον
    παράδειγμα  He was accused of withholding evidence from the investigation.
    Κατηγορήθηκε ότι αποκρύπτει στοιχεία από την ανάκριση.
    παράδειγμα  Tax is withheld from the employees’ salaries.
    Ο φόρος παρακρατείται από το μισθό των υπαλλήλων.
    παράδειγμα  The employee is accused of withholding official documents.
    Ο υπάλληλος κατηγορείται ότι κατακράτησε υπηρεσιακά έγγραφα.
    παράδειγμα  They withhold 20 euros a month from my salary.
    Μου κρατάνε 20 ευρώ το μήνα από το μισθό μου.
    παράδειγμα  He withheld his consent.
    Αρνήθηκε τη συγκατάθεσή του.
     συνώνυμα:  δείτε τις λέξεις deduct και reserve