Μετάβαση στο περιεχόμενο

wave

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
wave waves

wave (en)

ενεστώτας wave
γ΄ ενικό ενεστώτα waves
αόριστος waved
παθητική μετοχή waved
ενεργητική μετοχή waving

wave (en)

  • κουνώ
    παράδειγμα  The children waved flags.
    Tα παιδιά κουνούσαν σημαιούλες.