Μετάβαση στο περιεχόμενο

verbo

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
verbo < verb + -o

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

verbo (eo)



Ιντερλίνγκουα (ia)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

verbo (ia)



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

verbo (es)



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

verbo (it)



Παπιαμέντο (pap)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

verbo



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

verbo (pt)