Μετάβαση στο περιεχόμενο

veine

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

veine (fr) θηλυκό

  1. (ανατομία) η φλέβα
  2. το κοίτασμα
  3. (οικείο) η τύχη

Συγγενικά

[επεξεργασία]