too
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]too (en)
- (πάρα) πολύ, υπερβολικά, χρησιμοποιείται για να δείχνει ότι κάτι είναι κάτι περισσότερο από καλό, απαραίτητο, δυνατό κτλ.
You’ll regret it one day but it’ll be too late.
- Θα το μετάνιωσες μια μέρα αλλά θα 'ναι πολύ αργά.
This sweater is too large for me.
- Αυτό το πουλόβερ είναι πολύ φαρδύ για μένα.
He thinks too highly of himself.
- Έχει πάρα πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του.
He drinks too much.
- Πίνει υπερβολικά.
When it is too hot, I drink a cold milk.
- Όταν έχει υπερβολική ζέστη, πίνω μια κρύα σοκολάτα.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη excessively
- (συνήθως στο τέλος της πρότασης) και, κι εγώ, επίσης, επιπλέον
In any case, I would ask a doctor too.
- Όπως και να έχει, εγώ θα ρωτούσα και έναν γιατρό.
I, too, have been to Paris.
- Και εγώ έχω πάει στο Παρίσι.
I have been to Paris too.
- Έχω πάει και στο Παρίσι.
I would tell your friend to come, too, but I heard that she is out of town.
- Θα έλεγα και στην φίλη σου να έρθει αλλά άκουσα ότι είναι έκτος πόλης.
Show me the way so that I can do it too.
- Δείξε μου τον τρόπο για να το κάνω κι εγώ.
We, too, would help.
- Κι εμείς θα βοηθούσαμε.
I’m not going unless you come too.
- Δεν πηγαίνω εκτός κι αν έρθεις κι εσύ.
She plays the piano and sings too.
- Παίζει πιάνο και τραγουδάει επίσης.
I will buy this too.
- Θα αγοράσω επίσης κι αυτό.
He gave me advice and money too.
- Μου ‘δωσε συμβουλές κι επιπλέον και χρήματα.
- ≈ συνώνυμα: also, → και δείτε τη λέξη additionally
- και μάλιστα, χρησιμοποιείται για να τονίσει κάτι
He passed and with a scholarship too.
- Πέρασε, και με υποτροφία μάλιστα.
We had a lot of snow, and in May too!
- Είχαμε πολύ χιόνι, και μάλιστα το Μάη.
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- too - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 326, 327, 721-722. ISBN 9780194325684., λήμμα: επιπλέον, επίσης, πολύ