Μετάβαση στο περιεχόμενο

tomar

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /t̪oˈmaɾ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: tomar

tomar (es)

  1. (μεταβατικό) παίρνω, πιάνω
    παράδειγμα  Te juro que yo no tomé nada de tu escritorio.
    παράδειγμα  Σου ορκίζομαι πως δεν πήρα τίποτα από το γραφείο σου.
    παράδειγμα  Toma este dinero y mata a ese hijo de puta.
    παράδειγμα  Πάρε αυτά τα λεφτά και σκότωσε αυτόν τον καριόλη.
  2. (μεταβατικό) αναλαμβάνω
    παράδειγμα  Yo tomaré a tu hijo como si fuese mío.
    παράδειγμα  Θα αναλάβω το παιδί σου σαν να ήταν δικό μου.
  3. (μεταβατικό) καταλαμβάνω, κατακτώ
     συνώνυμα: invadir, apropiarse, quitar, conquistar
  4. (μεταβατικό) τρώω ή πίνω
    παράδειγμα  Tan solo dime una cosa, ¿vas o no vas a tomar tu desayuno?
     συνώνυμα: comer, beber
  5. (μεταβατικό) λαμβάνω
     συνώνυμα: adoptar
  6. (μεταβατικό) αποκτώ, συνηθίζω
     συνώνυμα: adquirir
  7. (μεταβατικό) ενοικιάζω
     συνώνυμα: alquilar, arrendar
  8. (μεταβατικό) εκλαμβάνω
    παράδειγμα  Hay que tomar estas corazonadas como venidas del cielo.
    παράδειγμα  Πρέπει να εκλαμβάνονται αυτές οι διαίσθησεις ως θεόσταλτες.
  9. (μεταβατικό) περνάω για.
    παράδειγμα  Tomaron al desconocido por ladrón.
    παράδειγμα  Πέρασαν τον άγνωστο για κλέφτη.
  10. (μεταβατικό) κλέβω
     συνώνυμα: quitar, hurtar, robar
  11. (μεταβατικό) αγοράζω
     συνώνυμα: comprar
  12. (μεταβατικό) βγάζω φωτογραφία, τραβάω βίντεο
     συνώνυμα: fotografiar, filmar
  13. (μεταβατικό) διαλέγω
     συνώνυμα: escoger, seleccionar, elegir
  14. (μεταβατικό) καβαλικεύω
     συνώνυμα: cubrir, montar, coger
  15. (αμετάβατο) (Λατινική Αμερική) πίνω
     συνώνυμα: beber




Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

tomar (pt)