talent
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| talent | talents |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]talent (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) το ταλέντο, φυσική ικανότητα να κάνει κανείς κάτι καλά
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) το ταλέντο, άτομο με φυσική ικανότητα να κάνει κάτι καλά
This musician is a great talent.
Ο μουσικός αυτός είναι μεγάλο ταλέντο.
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| talent | talents |
talent (fr) αρσενικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- talent - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- talent - στο Émile Littré [Εμίλ Λιτρέ], Dictionnaire de la langue française [Λεξικό της γαλλικής γλώσσας], 1872–1877
- talent - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online