table
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| table | tables |
table (en)
- (έπιπλο) το τραπέζι
They are sitting around the table.
- Κάθονται γύρω από το τραπέζι.
I am setting the table.
- Στρώνω (το) τραπέζι.
The table is ready.
- Το τραπέζι είναι έτοιμο.
I am clearing (off) the table./I am picking up the dishes off the table.
- Σηκώνω το τραπέζι.
I'll book a table for two for dinner tonight.
- Θα κλείσω τραπέζι για δύο για το αποψινό δείπνο.
Many players prefer slot machines to table games.
- Πολλοί παίκτες προτιμούν τα φρουτάκια αντί για τα επιτραπέζια παιχνίδια.
- το τραπέζι, το σύνολο των ατόμων που κάθονται σε τραπέζι
The whole table burst into laughter.
- Όλο το τραπέζι ξέσπασε σε γέλια.
- ο πίνακας αριθμών, ονομάτων, κλπ.
- a table of contents - πίνακας περιεχομένων
The table below shows how prices have changed over the past 20 years.
- Ο παρακάτω πίνακας δείχνει πώς έχουν αλλάξει οι τιμές τα τελευταία 20 χρόνια.
He showed the price fluctuations in a statistical table.
- Έδειξε τις διακυμάνσεις των τιμών σε έναν στατιστικό πίνακα.
- (βάσεις δεδομένων) ο πίνακας, βασική οντότητα στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων
Υπώνυμα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | table |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | tables |
| αόριστος | tabled |
| παθητική μετοχή | tabled |
| ενεργητική μετοχή | tabling |
table (en)
- (βρετανική σημασία) καταθέτω κάτι ως ζήτημα συζήτησης ή διαπραγμάτευσης
He has tabled a question on this issue for tomorrow’s council meeting.
- Έχει καταθέσει ένα ερώτημα σχετικά με αυτό το ζήτημα για το αυριανό συμβούλιο.
- (αμερικανική σημασία) αναβάλλω τη συζήτηση για κάτι, αφήνω μια ιδέα, μια πρόταση κτλ. για να συζητηθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία
They voted to table the proposal until the following meeting.
- Ψήφισαν να αναβάλουν τη συζήτηση της πρότασης μέχρι την επόμενη συνεδρίαση.
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| table | tables |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]table (fr) αρσενικό
- το τραπέζι
- ο πίνακας αριθμών, ονομάτων, κλπ.
table des matières - πίνακας περιεχομένων
Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Έπιπλα (αγγλικά)
- Βάσεις δεδομένων (αγγλικά)
- Λογική (αγγλικά)
- Ρήματα (αγγλικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το 'love' (αγγλικά)
- Βρετανικές σημασίες για αγγλικούς όρους (αγγλικά)
- Αμερικανικές σημασίες για αγγλικούς όρους (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (γαλλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)