Μετάβαση στο περιεχόμενο

table

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Table

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈteɪ.bəl/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
table tables

table (en)

  1. (έπιπλο) το τραπέζι
    παράδειγμα  They are sitting around the table.
    Κάθονται γύρω από το τραπέζι.
    παράδειγμα  I am setting the table.
    Στρώνω (το) τραπέζι.
    παράδειγμα  The table is ready.
    Το τραπέζι είναι έτοιμο.
    παράδειγμα  I am clearing (off) the table./I am picking up the dishes off the table.
    Σηκώνω το τραπέζι.
    παράδειγμα  I'll book a table for two for dinner tonight.
    Θα κλείσω τραπέζι για δύο για το αποψινό δείπνο.
    παράδειγμα  Many players prefer slot machines to table games.
    Πολλοί παίκτες προτιμούν τα φρουτάκια αντί για τα επιτραπέζια παιχνίδια.
  2. το τραπέζι, το σύνολο των ατόμων που κάθονται σε τραπέζι
    παράδειγμα  The whole table burst into laughter.
    Όλο το τραπέζι ξέσπασε σε γέλια.
  3. ο πίνακας αριθμών, ονομάτων, κλπ.
    a table of contents - πίνακας περιεχομένων
    παράδειγμα  The table below shows how prices have changed over the past 20 years.
    Ο παρακάτω πίνακας δείχνει πώς έχουν αλλάξει οι τιμές τα τελευταία 20 χρόνια.
    παράδειγμα  He showed the price fluctuations in a statistical table.
    Έδειξε τις διακυμάνσεις των τιμών σε έναν στατιστικό πίνακα.
  4. (βάσεις δεδομένων) ο πίνακας, βασική οντότητα στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων
     συνώνυμα: relation (στη θεωρία της επιστήμης των υπολογιστών)

Υπώνυμα

[επεξεργασία]
ενεστώτας table
γ΄ ενικό ενεστώτα tables
αόριστος tabled
παθητική μετοχή tabled
ενεργητική μετοχή tabling

table (en)

  1. (βρετανική σημασία) καταθέτω κάτι ως ζήτημα συζήτησης ή διαπραγμάτευσης
    παράδειγμα  He has tabled a question on this issue for tomorrow’s council meeting.
    Έχει καταθέσει ένα ερώτημα σχετικά με αυτό το ζήτημα για το αυριανό συμβούλιο.
  2. (αμερικανική σημασία) αναβάλλω τη συζήτηση για κάτι, αφήνω μια ιδέα, μια πρόταση κτλ. για να συζητηθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία
    παράδειγμα  They voted to table the proposal until the following meeting.
    Ψήφισαν να αναβάλουν τη συζήτηση της πρότασης μέχρι την επόμενη συνεδρίαση.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
table tables

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
table < λατινική tabula (σανίδα)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tabl/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

table (fr) αρσενικό

  1. το τραπέζι
  2. ο πίνακας αριθμών, ονομάτων, κλπ.
    παράδειγμα  table des matières - πίνακας περιεχομένων