Μετάβαση στο περιεχόμενο

ta

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
ta tes

ta (fr) θηλυκό

  • (κτητικό επίθετο) σου



Κινεζικά (zh)

[επεξεργασία]

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

ta (zh)



Παπιαμέντο (pap)

[επεξεργασία]

ta



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ta/

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας

[επεξεργασία]

ta (pl)

  1. ten στην ονομαστική και κλητική του ενικού του θηλυκού γένους
  2. ten στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική του πληθυντικού του ουδέτερου γένους