Μετάβαση στο περιεχόμενο

supportive

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
supportive < support + -ive

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός supportive
συγκριτικός more supportive
υπερθετικός most supportive

supportive (en)