steep
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | steep |
| συγκριτικός | steeper |
| υπερθετικός | steepest |
steep (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | steep |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | steeps |
| αόριστος | steeped |
| παθητική μετοχή | steeped |
| ενεργητική μετοχή | steeping |
steep (en) (μεταβατικό και αμετάβατο)
- εμποτίζω, μουσκεύω φαγητό
I am steeping the tea in water for a few minutes.
- Εμποτίζω το τσάι στο νερό για λίγα λεπτά.
Steep the beans in water for a few hours before cooking them.
- Μούσκεψε τα φασόλια σε νερό για μερικές ώρες πριν τα μαγειρέψεις.
You need to steep the tea to get its flavor.
- Πρέπει να μουσκέψεις το τσάι για να βγάλει τη γεύση του.