stand
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| stand | stands |
stand (en)
- (συνήθως ενικός) η στάση απέναντι σε κάτι που ξεκαθαρίζω στους ανθρώπους
- (συνήθως ενικός) δυνατή προσπάθεια να υπερασπιστώ τον εαυτό μου ή τη γνώμη μου για κάτι
I am making a stand for my principles.
- Υπερασπίζομαι τις αρχές μου.
They were taking a stand against terrorism.
- Αντιστέκονταν στην τρομοκρατία.
- ο πάγκος, το περίπτερο, τραπέζι ή κατασκευή από την οποία πωλούνται προϊόντα, ειδικά στο δρόμο ή σε μια αγορά
a newspaper stand - πάγκος με εφημερίδες
- (ειδικά βρετανική σημασία) το περίπτερο σε εκθέσεις
the French stand at the Thessaloniki Fair - το Γαλλικό περίπτερο στην Έκθεση Θεσσαλονίκης
- (συχνά σε σύνθετα) η βάση, η κρεμάστρα (δαπέδου), εξοπλισμός ή έπιπλο που χρησιμοποιείται για τη συγκράτηση ενός συγκεκριμένου είδους αντικειμένου
a desk stand for a phone - βάση γραφείου για κινητό
a hat/umbrella stand - κρεμάστρα για καπέλα/για ομπρέλες
- η κερκίδα, η εξέδρα σε γήπεδο
- (συνήθως ενικός) η θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα στο δικαστήριο
I am taking the stand.
- Εξετάζομαι ως μάρτυρας.
- ο σταθμός, η πιάτσα, μέρος όπου σταθμεύουν ταξί, λεωφορεία κτλ. ενώ περιμένουν τους επιβάτες
a taxi stand - σταθμός/πιάτσα ταξί
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | stand |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | stands |
| αόριστος | stood |
| παθητική μετοχή | stood |
| ενεργητική μετοχή | standing |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
stand (en)
- (αμετάβατο) στέκομαι, είμαι στα πόδια μου, είμαι σε όρθια θέση
I am so weak I can’t stand on my own feet.
- Είμαι τόσο αδύνατος που δεν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου.
I stood the entire bus trip.
- Στάθηκα όρθιος σ' όλο το δρόμο με το λεωφορείο.
He was standing in the doorway/at the door.
- Στεκόταν στην πόρτα.
Stand straight!
- Στάσου ίσια!
He went and stood by the window.
- Πήγε και στάθηκε κοντά στο παράθυρο.
Stand back!
- Σταθείτε μακριά/πιο πίσω!
Stand clear of the gates!
- Μη στέκεστε στις πόρτες!
Why don’t you help instead of standing around and just looking?
- Γιατί δεν βοηθάς αντί να στέκεσαι και να κοιτάζεις μόνο;
Please remain standing!
- Παρακαλώ μείνετε όρθιος!
He looks smaller when standing.
- Φαίνεται μικρότερος όταν είναι όρθιος.
- (αμετάβατο) σηκώνομαι στα πόδια από άλλη θέση
- (μεταβατικό) στήνω, ακουμπάω, βάζω κάτι κάποιον σε κάθετη θέση κάπου
I am standing a bottle on the table.
- Στήνω ένα μπουκάλι στο τραπέζι.
He stood the ladder against the wall.
- Έστησε τη σκάλα στον τοίχο.
Don’t stand the ladder against the wall.
- Μην ακουμπάς τη σκάλα στον τοίχο.
- (μεταβατικό, χωρίς παθητική φωνή) ανέχομαι, αντέχω, σηκώνω, χρησιμοποιείται ειδικά σε αρνητικές προτάσεις και ερωτήσεις για να τονίσω ότι δεν μου αρέσει κάποιος ή κάτι
I can’t stand rude people.
- Δεν ανέχομαι τους αγενείς.
I can’t stand him any longer.
- Δεν τον ανέχομαι πια.
I can’t stand that guy.
- Δεν τον αντέχω τον τύπο.
I can’t stand fools.
- Δεν τους σηκώνω τους βλάκες.
I will not stand disobedience.
- Δε σηκώνω απειθαρχία.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τις λέξεις hate και tolerate
- (μεταβατικό) ανέχομαι, αντέχω, χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάποιος ή κάτι μπορεί να επιβιώσει από κάτι ή μπορεί να ανεχθεί κάτι χωρίς να πληγωθεί ή να καταστραφεί
I can’t stand seeing animals being tortured.
- Δεν αντέχω να βλέπω να βασανίζουν ζώα.
How can you stand that noise/behavior?
- Πώς ανέχεσαι αυτό το θόρυβο/φέρσιμο;
I can’t stand the heat.
- Δεν ανέχομαι/αντέχω τη ζέστη.
I can’t stand it any longer.
- Δεν το αντέχω άλλο πια.
I can’t stand loud music.
- Δεν αντέχω τη δυνατή μουσική.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη tolerate
- (αμετάβατο) υψώνομαι, βρίσκομαι σε ένα συγκεκριμένο μέρος
A wall stood between the two gardens.
- Ένας τοίχος υψωνόταν ανάμεσα στους δυο κήπους.
- (αμετάβατο) υψώνομαι, είμαι σε συγκεκριμένο ύψος
The skyscraper stands 150 meters above the ground.
- Ο ουρανοξύστης υψώνεται 150 μ. από το έδαφος.
- (αμετάβατο) έχω, βρίσκομαι σε μια κατάσταση όπου είναι πιθανό να κάνω κάτι
What do we stand to benefit from this treaty?
- Τι όφελος θα έχουμε από αυτή τη συνθήκη;
What do I stand to gain from it?
- Τι πρόκειται να κερδίσω εγώ απ' αυτό;
Παράγωγα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- stand (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- stand (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 67, 75, 151, 638, 785, 815, 819, 926. ISBN 9780194325684., λήμμα: ανέχομαι, αντέχω, άχτι, όφελος, σηκώνω, στέκομαι, στήνω, υψώνω