Μετάβαση στο περιεχόμενο

stand

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Stand

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
stand stands

stand (en)

  1. (συνήθως ενικός) η στάση απέναντι σε κάτι που ξεκαθαρίζω στους ανθρώπους
    παράδειγμα  It’s my stand on this problem.
    Είναι η στάση μου σ' αυτό το πρόβλημα.
     συνώνυμα: stance
  2. (συνήθως ενικός) δυνατή προσπάθεια να υπερασπιστώ τον εαυτό μου ή τη γνώμη μου για κάτι
    παράδειγμα  I am making a stand for my principles.
    Υπερασπίζομαι τις αρχές μου.
    παράδειγμα  They were taking a stand against terrorism.
    Αντιστέκονταν στην τρομοκρατία.
  3. ο πάγκος, το περίπτερο, τραπέζι ή κατασκευή από την οποία πωλούνται προϊόντα, ειδικά στο δρόμο ή σε μια αγορά
    παράδειγμα  a newspaper stand - πάγκος με εφημερίδες
  4. (ειδικά βρετανική σημασία) το περίπτερο σε εκθέσεις
    παράδειγμα  the French stand at the Thessaloniki Fair - το Γαλλικό περίπτερο στην Έκθεση Θεσσαλονίκης
  5. (συχνά σε σύνθετα) η βάση, η κρεμάστρα (δαπέδου), εξοπλισμός ή έπιπλο που χρησιμοποιείται για τη συγκράτηση ενός συγκεκριμένου είδους αντικειμένου
    παράδειγμα  a desk stand for a phone - βάση γραφείου για κινητό
    παράδειγμα  a hat/umbrella stand - κρεμάστρα για καπέλα/για ομπρέλες
  6. η κερκίδα, η εξέδρα σε γήπεδο
    παράδειγμα  We were sitting in the first stand to have a better view.
    Καθόμασταν στην πρώτη κερκίδα για να έχουμε καλύτερη θέα.
    παράδειγμα  The stands were full of fans.
    Οι κερκίδες ήταν γεμάτες φιλάθλους.
    παράδειγμα  The soccer fans overcrowded the stands.
    Οι ποδοσφαιρόφιλοι υπερεπλήρωσαν τις εξέδρες.
     συνώνυμα: bleacher
  7. (συνήθως ενικός) η θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα στο δικαστήριο
    παράδειγμα  I am taking the stand.
    Εξετάζομαι ως μάρτυρας.
  8. ο σταθμός, η πιάτσα, μέρος όπου σταθμεύουν ταξί, λεωφορεία κτλ. ενώ περιμένουν τους επιβάτες
    παράδειγμα  a taxi stand - σταθμός/πιάτσα ταξί
ενεστώτας stand
γ΄ ενικό ενεστώτα stands
αόριστος stood
παθητική μετοχή stood
ενεργητική μετοχή standing
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

stand (en)

  1. (αμετάβατο) στέκομαι, είμαι στα πόδια μου, είμαι σε όρθια θέση
    παράδειγμα  I am so weak I can’t stand on my own feet.
    Είμαι τόσο αδύνατος που δεν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου.
    παράδειγμα  I stood the entire bus trip.
    Στάθηκα όρθιος σ' όλο το δρόμο με το λεωφορείο.
    παράδειγμα  He was standing in the doorway/at the door.
    Στεκόταν στην πόρτα.
    παράδειγμα  Stand straight!
    Στάσου ίσια!
    παράδειγμα  He went and stood by the window.
    Πήγε και στάθηκε κοντά στο παράθυρο.
    παράδειγμα  Stand back!
    Σταθείτε μακριά/πιο πίσω!
    παράδειγμα  Stand clear of the gates!
    Μη στέκεστε στις πόρτες!
    παράδειγμα  Why don’t you help instead of standing around and just looking?
    Γιατί δεν βοηθάς αντί να στέκεσαι και να κοιτάζεις μόνο;
    παράδειγμα  Please remain standing!
    Παρακαλώ μείνετε όρθιος!
    παράδειγμα  He looks smaller when standing.
    Φαίνεται μικρότερος όταν είναι όρθιος.
  2. (αμετάβατο) σηκώνομαι στα πόδια από άλλη θέση
    παράδειγμα  He stood to speak.
    Σηκώθηκε να μιλήσει.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη stand up
  3. (μεταβατικό) στήνω, ακουμπάω, βάζω κάτι κάποιον σε κάθετη θέση κάπου
    παράδειγμα  I am standing a bottle on the table.
    Στήνω ένα μπουκάλι στο τραπέζι.
    παράδειγμα  He stood the ladder against the wall.
    Έστησε τη σκάλα στον τοίχο.
    παράδειγμα  Don’t stand the ladder against the wall.
    Μην ακουμπάς τη σκάλα στον τοίχο.
  4. (μεταβατικό, χωρίς παθητική φωνή) ανέχομαι, αντέχω, σηκώνω, χρησιμοποιείται ειδικά σε αρνητικές προτάσεις και ερωτήσεις για να τονίσω ότι δεν μου αρέσει κάποιος ή κάτι
    παράδειγμα  I can’t stand rude people.
    Δεν ανέχομαι τους αγενείς.
    παράδειγμα  I can’t stand him any longer.
    Δεν τον ανέχομαι πια.
    παράδειγμα  I can’t stand that guy.
    Δεν τον αντέχω τον τύπο.
    παράδειγμα  I can’t stand fools.
    Δεν τους σηκώνω τους βλάκες.
    παράδειγμα  I will not stand disobedience.
    Δε σηκώνω απειθαρχία.
     συνώνυμα:  δείτε τις λέξεις hate και tolerate
  5. (μεταβατικό) ανέχομαι, αντέχω, χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάποιος ή κάτι μπορεί να επιβιώσει από κάτι ή μπορεί να ανεχθεί κάτι χωρίς να πληγωθεί ή να καταστραφεί
    παράδειγμα  I can’t stand seeing animals being tortured.
    Δεν αντέχω να βλέπω να βασανίζουν ζώα.
    παράδειγμα  How can you stand that noise/behavior?
    Πώς ανέχεσαι αυτό το θόρυβο/φέρσιμο;
    παράδειγμα  I can’t stand the heat.
    Δεν ανέχομαι/αντέχω τη ζέστη.
    παράδειγμα  I can’t stand it any longer.
    Δεν το αντέχω άλλο πια.
    παράδειγμα  I can’t stand loud music.
    Δεν αντέχω τη δυνατή μουσική.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη tolerate
  6. (αμετάβατο) υψώνομαι, βρίσκομαι σε ένα συγκεκριμένο μέρος
    παράδειγμα  A wall stood between the two gardens.
    Ένας τοίχος υψωνόταν ανάμεσα στους δυο κήπους.
  7. (αμετάβατο) υψώνομαι, είμαι σε συγκεκριμένο ύψος
    παράδειγμα  The skyscraper stands 150 meters above the ground.
    Ο ουρανοξύστης υψώνεται 150 μ. από το έδαφος.
  8. (αμετάβατο) έχω, βρίσκομαι σε μια κατάσταση όπου είναι πιθανό να κάνω κάτι
    παράδειγμα  What do we stand to benefit from this treaty?
    Τι όφελος θα έχουμε από αυτή τη συνθήκη;
    παράδειγμα  What do I stand to gain from it?
    Τι πρόκειται να κερδίσω εγώ απ' αυτό;

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]