spin
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| spin | spins |
spin (en)
- ιδιοστροφορμή
- στροβιλισμός γύρω από άξονα
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | spin |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | spins |
| αόριστος | spun |
| παθητική μετοχή | spun |
| ενεργητική μετοχή | spinning |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
spin (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) περιστρέφω, γυρίζω πολλές φορές γρήγορα· κάνω κάτι να το κάνει αυτό
- (μεταβατικό & αμετάβατο, spin (κάποιον) round/around) περιστρέφω, γυρίζω, γρήγορα μια φορά· κάνω κάποιον να το κάνει αυτό
- (μεταβατικό και αμετάβατο) κλώθω, γνέθω, κάνω νήμα
I am spinning the wool to make it into yarn.
- Γνέθω το μαλλί για να το κάνω νήμα.
- (μεταβατικό) υφαίνω
spiders spinning their web - αράχνες που υφαίνουν τον ιστό τους
silkworms spinning cocoons - μεταξοσκώληκες που υφαίνουν κουκούλι
- γυρίζει το κεφάλι
- ερμηνεύω κάτι προς το συμφέρον μου, διαστρεβλώνω
- σχηματίζω πήλινο ή τορνευτό αντικείμενο
Πηγές
[επεξεργασία]- spin (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- spin (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 445. ISBN 9780194325684., λήμμα: κεφάλι
Ρουμανικά (ro)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]spin (ro) αρσενικό