Μετάβαση στο περιεχόμενο

spill

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας spill
γ΄ ενικό ενεστώτα spills
αόριστος spilled, spilt
παθητική μετοχή spilled, spilt
ενεργητική μετοχή spilling
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

spill (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) χύνω κάτι κατά λάθος
    παράδειγμα  Water had spilled out of the bucket onto the floor.
    Το νερό είχε χυθεί από τον κουβά στο πάτωμα.
    παράδειγμα  The bag split, and sugar spilt everywhere.
    Η σακούλα σκίστηκε και η ζάχαρη χύθηκε παντού.
    παράδειγμα  He startled her and made her spill her drink.
    Την τρόμαξε και την έκανε να χύσει το ποτό της.
    παράδειγμα  Thousands of gallons of crude oil were spilled into the ocean.
    Χιλιάδες γαλόνια αργού πετρελαίου χύθηκαν στον ωκεανό.
    παράδειγμα  I managed to carry three full glasses without spilling a drop.
    Κατάφερα να κουβαλήσω τρία γεμάτα ποτήρια χωρίς να χύσω ούτε σταγόνα.
    παράδειγμα  I accidentally spilled my drink all over him.
    Του έχυσα κατά λάθος όλο μου το ποτό πάνω του.
    παράδειγμα  He opened the curtains, letting the morning light spill into the room.
    Άνοιξε τις κουρτίνες, αφήνοντας το πρωινό φως να πλημμυρίσει το δωμάτιο.
    παράδειγμα  Light spilled from the windows.
    Φως πλημμύριζε από τα παράθυρα.
  2. (αμετάβατο) ξεχύνομαι, χύνομαι, κινούμαι ζωηρά προς κάποια κατεύθυνση μαζί με μεγάλη ομάδα ανθρώπων και σκορπιζόμαστε
    παράδειγμα  The doors opened and people spilled into the street.
    Οι πόρτες άνοιξαν και ο κόσμος ξεχύθηκε στον δρόμο.
    παράδειγμα  After the clubs closed, the drinkers spilled out into the streets.
    Μετά το κλείσιμο των κλαμπ, οι θαμώνες ξεχύθηκαν στους δρόμους.
    παράδειγμα  People spilled into the streets to celebrate the victory.
    Ο κόσμος χύθηκε στους δρόμους για να γιορτάσει τη νίκη.
  3. (μεταβατικό) ξερνάω κάτι, το λέω, το ομολογώ
    παράδειγμα  Come on, spill it.
    Εμπρός, ξέρασε το.
    παράδειγμα  He spilled everything about us to the police.
    Τα ξέρασε όλα στην αστυνομία σε βάρος μας.