spill
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | spill |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | spills |
| αόριστος | spilled, spilt |
| παθητική μετοχή | spilled, spilt |
| ενεργητική μετοχή | spilling |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
Ρήμα
[επεξεργασία]spill (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) χύνω κάτι κατά λάθος
Water had spilled out of the bucket onto the floor.
- Το νερό είχε χυθεί από τον κουβά στο πάτωμα.
The bag split, and sugar spilt everywhere.
- Η σακούλα σκίστηκε και η ζάχαρη χύθηκε παντού.
He startled her and made her spill her drink.
- Την τρόμαξε και την έκανε να χύσει το ποτό της.
Thousands of gallons of crude oil were spilled into the ocean.
- Χιλιάδες γαλόνια αργού πετρελαίου χύθηκαν στον ωκεανό.
I managed to carry three full glasses without spilling a drop.
- Κατάφερα να κουβαλήσω τρία γεμάτα ποτήρια χωρίς να χύσω ούτε σταγόνα.
I accidentally spilled my drink all over him.
- Του έχυσα κατά λάθος όλο μου το ποτό πάνω του.
He opened the curtains, letting the morning light spill into the room.
- Άνοιξε τις κουρτίνες, αφήνοντας το πρωινό φως να πλημμυρίσει το δωμάτιο.
Light spilled from the windows.
- Φως πλημμύριζε από τα παράθυρα.
- (αμετάβατο) ξεχύνομαι, χύνομαι, κινούμαι ζωηρά προς κάποια κατεύθυνση μαζί με μεγάλη ομάδα ανθρώπων και σκορπιζόμαστε
The doors opened and people spilled into the street.
- Οι πόρτες άνοιξαν και ο κόσμος ξεχύθηκε στον δρόμο.
After the clubs closed, the drinkers spilled out into the streets.
- Μετά το κλείσιμο των κλαμπ, οι θαμώνες ξεχύθηκαν στους δρόμους.
People spilled into the streets to celebrate the victory.
- Ο κόσμος χύθηκε στους δρόμους για να γιορτάσει τη νίκη.
- (μεταβατικό) ξερνάω κάτι, το λέω, το ομολογώ
Come on, spill it.
- Εμπρός, ξέρασε το.
He spilled everything about us to the police.
- Τα ξέρασε όλα στην αστυνομία σε βάρος μας.