sound
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | sound |
| συγκριτικός | sounder |
| υπερθετικός | soundest |
sound (en)
- υγιής, αβλαβής
He is safe and sound. - είναι σώος και αβλαβής
- ολοκληρωμένος, στέρεος, ασφαλής
- (για ύπνο) βαθύς, αδιατάρακτος
- ισχυρός, δυνατός, βαρύς
a sound beating
- (νομικός όρος) έγκυρος, με νομική ισχύ
a sound title of property
- αιτιακά πλήρης
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| sound | sounds |
sound (en)
- ο ήχος
Phonetic symbols represent sounds.
- Τα φωνητικά σύμβολα αναπαριστούν ήχους.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | sound |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | sounds |
| αόριστος | sounded |
| παθητική μετοχή | sounded |
| ενεργητική μετοχή | sounding |
sound (en)
- ακούγομαι, δίνει ειδική εντύπωση όταν ακούγεται ή διαβάζεται
That sounds interesting/funny/strange.
- Αυτό ακούγεται ενδιαφέρον/αστείο/παράξενο.
Something must not be right, it sounds weird to me.
- Κάτι δεν πρέπει να είναι σωστό, μου ακούγεται παράξενα.