Μετάβαση στο περιεχόμενο

slice off

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας slice off
γ΄ ενικό ενεστώτα slices off
αόριστος sliced off
παθητική μετοχή sliced off
ενεργητική μετοχή slicing off

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
slice off <  δείτε τις λέξεις slice και off

slice off (en)

  • αποκόπτω, κόβω κάτι από μεγαλύτερο κομμάτι
    παράδειγμα  The band saw sliced off the fingers of his right hand.
    Η πριονοκορδέλα τού απέκοψε τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού.
    παράδειγμα  The butcher sliced off a big steak.
    Ο χασάπης έκοψε μια χοντρή μπριζόλα.
     συνώνυμα:  cut off και sever