shift
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| shift | shifts |
shift (en)
- η βάρδια, ένα χρονικό διάστημα που εργάζεται μια ομάδα εργαζομένων
an eight-hour shift - οχτάωρη βάρδια
We work in shifts.
- Δουλεύουμε με βάρδιες.
- η βάρδια, οι εργαζόμενοι που εργάζονται σε μια συγκεκριμένη βάρδια
the night shift - η νυχτερινή βάρδια
- η μετατόπιση, η μεταστροφή, η στροφή, η μεταβολή, η αλλαγή στάσης, διάθεσης, πολιτικής κτλ.
There has been a shift in emphasis from manufacturing to service industries.
- Υπήρξε μετατόπιση της έμφασης από τη βιομηχανία στις υπηρεσίες.
The moment marked a significant shift in attitudes to the war.
- Η στιγμή αυτή σηματοδότησε μια σημαντική μετατόπιση στις στάσεις απέναντι στον πόλεμο.
It spurred a dramatic shift in public opinion.
- Προκάλεσε μια δραματική μεταστροφή της κοινής γνώμης.
A gradual shift towards renewable energy would mean reduced carbon emissions.
- Μια σταδιακή στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα σήμαινε μειωμένες εκπομπές άνθρακα.
With the shift of power in the Senate, the bill’s fate is in doubt.
- Με τη μεταβολή της ισορροπίας δυνάμεων στη Γερουσία, η τύχη του νομοσχεδίου είναι αβέβαιη.
The minister’s recent announcement represents a major policy shift.
- Η πρόσφατη ανακοίνωση του υπουργού αποτελεί μια σημαντική αλλαγή πολιτικής.
Does the government’s condemnation of the regime signal a shift in policy?
- Καταδεικνύει η καταδίκη του καθεστώτος από την κυβέρνηση μια αλλαγή στην πολιτική της;
Over the last ten years there has been a fundamental shift in the way we do business.
- Τα τελευταία δέκα χρόνια έχει σημειωθεί μια θεμελιώδης αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο κάνουμε επιχειρήσεις.
- (πληροφορική) το πλήκτρο στο πληκτρολόγιο γραφομηχανών και υπολογιστών για την εναλλαγή πεζών - κεφαλαίων
Hold shift and a letter to type a capital letter.
- Κράτα πατημένο το shift και πάτα ένα γράμμα για να γράψεις κεφαλαίο.
- (αμερικανική σημασία) ο μηχανισμός αλλαγής ταχυτήτων στο αυτοκίνητο
Do you drive a stick-shift?
- Οδηγείς αυτοκίνητο με χειροκίνητο;
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | shift |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | shifts |
| αόριστος | shifted |
| παθητική μετοχή | shifted |
| ενεργητική μετοχή | shifting |
shift (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) μετακινώ, αλλάζω, γυρίζω, κινούμαι, ή κινώ κάτι, από μια θέση ή μέρος σε μια άλλη
The ship’s cargo shifted.
- Το φορτίο του πλοίου μετακινήθηκε.
The wind shifted to the north.
- Ο αέρας άλλαξε/γύρισε σε βοριά.
- (αμετάβατο) αλλάζω, γυρίζω, για μια κατάσταση, μια γνώμη, μια πολιτική κτλ., αλλάζω από μια θέση κτλ. σε μια άλλη
He completely shifted his policy/ideas.
- Άλλαξε εντελώς πολιτική/ιδέες.
Suddenly the conversation shifted to politics.
- Ξαφνικά η κουβέντα γύρισε στα πολιτικά.
- (μεταβατικό) μεταθέτω την ευθύνη κτλ., κάνω κάποιον άλλο υπεύθυνο για κάτι που πρέπει να κάνω ή για κάτι κακό που έχω κάνει
He tried to shift the responsibility/the blame on to me.
- Προσπάθησε να μεταθέσει την ευθύνη/το φταίξιμο σε μένα.
- (αμετάβατο, αμερικανική σημασία) περνάω, βάζω, αλλάζω ταχύτητες στο αυτοκίνητο
He shifted into fifth.
- Πέρασε την πέμπτη.
I am shifting into first/second.
- Βάζω πρώτη/δεύτερη.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη move
Πηγές
[επεξεργασία]- shift (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- shift (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 32, 153, 156, 203, 543. ISBN 9780194325684., λήμμα: αλλάζω, βάζω, βάρδια, γυρίζω, μεταθέτω, μετακινώ