Μετάβαση στο περιεχόμενο

settle on

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας settle on
γ΄ ενικό ενεστώτα settles on
αόριστος settled on
παθητική μετοχή settled on
ενεργητική μετοχή settling on

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
settle on <  δείτε τις λέξεις settle και on

settle on (en)

  • ορίζω, αποφασίζω κάτι αφού το σκεφτώ
    παράδειγμα  We must settle on the place and time for a new meeting.
    Πρέπει να ορίσουμε τον τόπο και χρόνο μιας νέας συνάντησης.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη determine