Μετάβαση στο περιεχόμενο

seal

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
seal seals

seal (en)

  1. η σφραγίδα, επίσημο σημάδι που σφραγίζεται σε έγγραφο για να δείξει ότι είναι γνήσιο
    παράδειγμα  The letter bore the president's seal.
    Το γράμμα έφερε τη σφραγίδα του προέδρου.
  2. (μόνο ενικός) η σφραγίδα, κάτι που κάνει κάτι σίγουρο
    παράδειγμα  The project has been given the government's seal of approval.
    Το έργο έχει λάβει τη σφραγίδα έγκρισης της κυβέρνησης.
  3. η σφραγίδα, η σφράγιση, ουσία ή κομμάτι υλικού που χρησιμοποιείται για να γεμίσει ένα μικρό άνοιγμα, έτσι ώστε να μην μπορεί να περάσει αέρας, υγρό κτλ. προς τα μέσα ή προς τα έξω
    παράδειγμα  Only drink bottled water and check the seal isn't broken.
    Να πίνετε μόνο εμφιαλωμένο νερό και να ελέγχετε ότι η σφραγίδα δεν είναι σπασμένη.
    παράδειγμα  The lid has silicone for a better seal.
    Το καπάκι έχει σιλικόνη για καλύτερη σφράγιση.
  4. (θηλαστικό ζώο) η φώκια
    παράδειγμα  There are large grey seals basking on the rocks.
    Υπάρχουν μεγάλες γκρίζες φώκιες που λιάζονται πάνω στα βράχια.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
ενεστώτας seal
γ΄ ενικό ενεστώτα seals
αόριστος sealed
παθητική μετοχή sealed
ενεργητική μετοχή sealing

seal (en)

  1. (μεταβατικό) σφραγίζω, κλείνω έναν φάκελο κτλ. κολλώντας τις άκρες του ανοίγματος μεταξύ τους
    παράδειγμα  Make sure you've signed the document before sealing the envelope.
    Βεβαιώσου ότι έχεις υπογράψει το έγγραφο πριν σφραγίσεις τον φάκελο.
    παράδειγμα  The letter remained on his desk, still sealed.
    Το γράμμα έμεινε πάνω στο γραφείο του, ακόμα σφραγισμένο.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) σφραγίζω, κλείνω ερμητικά ένα δοχείο ή ένα μικρό άνοιγμα, έτσι ώστε να μην μπορεί να εισέλθει ή να διαφύγει αέρας, υγρό κτλ.
    παράδειγμα  He sealed the bag tightly with sticky tape.
    Σφράγισε καλά τη σακούλα με κολλητική ταινία.
    παράδειγμα  The windows and doors had been sealed (up) with bricks.
    Τα παράθυρα και οι πόρτες είχαν σφραγιστεί με τούβλα.
    παράδειγμα  The evidence is kept in sealed plastic bags.
    Τα αποδεικτικά στοιχεία φυλάσσονται σε σφραγισμένες πλαστικές σακούλες.
    παράδειγμα  The container is hermetically sealed so that air cannot get in.
    Το δοχείο είναι ερμητικά κλειστό για να μην εισχωρήσει αέρας.
  3. (μεταβατικό) σφραγίζω, επισφραγίζω, κάνω κάτι καθοριστικά, έτσι ώστε να μην μπορεί να αλλάξει ή να αμφισβητηθεί
    παράδειγμα  She sealed victory with a birdie at the final hole.
    Σφράγισε τη νίκη με ένα birdie στην τελευταία τρύπα.
    παράδειγμα  They shook hands to seal the deal.
    Έδωσαν τα χέρια για να επισφραγίσουν τη συμφωνία.
  4. (μεταβατικό) σφραγίζω, στρώνω την επιφάνεια κάποιου πράγματος με μια ουσία για να το προστατεύσω
    παράδειγμα  The floors had been stripped and sealed with varnish.
    Τα πατώματα είχαν τριφτεί και σφραγιστεί με βερνίκι.
  5. (μεταβατικό) σφραγίζω, για την αστυνομία, τον στρατό κτλ. που εμποδίζει τους ανθρώπους να περνούν από ένα μέρος
    παράδειγμα  Troops have sealed the borders between the countries.
    Τα στρατεύματα έχουν σφραγίσει τα σύνορα μεταξύ των χωρών.

Σύνθετα

[επεξεργασία]