seal
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| seal | seals |
seal (en)
- η σφραγίδα, επίσημο σημάδι που σφραγίζεται σε έγγραφο για να δείξει ότι είναι γνήσιο
The letter bore the president's seal.
- Το γράμμα έφερε τη σφραγίδα του προέδρου.
- (μόνο ενικός) η σφραγίδα, κάτι που κάνει κάτι σίγουρο
The project has been given the government's seal of approval.
- Το έργο έχει λάβει τη σφραγίδα έγκρισης της κυβέρνησης.
- η σφραγίδα, η σφράγιση, ουσία ή κομμάτι υλικού που χρησιμοποιείται για να γεμίσει ένα μικρό άνοιγμα, έτσι ώστε να μην μπορεί να περάσει αέρας, υγρό κτλ. προς τα μέσα ή προς τα έξω
Only drink bottled water and check the seal isn't broken.
- Να πίνετε μόνο εμφιαλωμένο νερό και να ελέγχετε ότι η σφραγίδα δεν είναι σπασμένη.
The lid has silicone for a better seal.
- Το καπάκι έχει σιλικόνη για καλύτερη σφράγιση.
- (θηλαστικό ζώο) η φώκια
There are large grey seals basking on the rocks.
- Υπάρχουν μεγάλες γκρίζες φώκιες που λιάζονται πάνω στα βράχια.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
seal (θηλαστικό ζώο) στην αγγλική Βικιπαίδεια

Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | seal |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | seals |
| αόριστος | sealed |
| παθητική μετοχή | sealed |
| ενεργητική μετοχή | sealing |
seal (en)
- (μεταβατικό) σφραγίζω, κλείνω έναν φάκελο κτλ. κολλώντας τις άκρες του ανοίγματος μεταξύ τους
Make sure you've signed the document before sealing the envelope.
- Βεβαιώσου ότι έχεις υπογράψει το έγγραφο πριν σφραγίσεις τον φάκελο.
The letter remained on his desk, still sealed.
- Το γράμμα έμεινε πάνω στο γραφείο του, ακόμα σφραγισμένο.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) σφραγίζω, κλείνω ερμητικά ένα δοχείο ή ένα μικρό άνοιγμα, έτσι ώστε να μην μπορεί να εισέλθει ή να διαφύγει αέρας, υγρό κτλ.
He sealed the bag tightly with sticky tape.
- Σφράγισε καλά τη σακούλα με κολλητική ταινία.
The windows and doors had been sealed (up) with bricks.
- Τα παράθυρα και οι πόρτες είχαν σφραγιστεί με τούβλα.
The evidence is kept in sealed plastic bags.
- Τα αποδεικτικά στοιχεία φυλάσσονται σε σφραγισμένες πλαστικές σακούλες.
The container is hermetically sealed so that air cannot get in.
- Το δοχείο είναι ερμητικά κλειστό για να μην εισχωρήσει αέρας.
- (μεταβατικό) σφραγίζω, επισφραγίζω, κάνω κάτι καθοριστικά, έτσι ώστε να μην μπορεί να αλλάξει ή να αμφισβητηθεί
She sealed victory with a birdie at the final hole.
- Σφράγισε τη νίκη με ένα birdie στην τελευταία τρύπα.
They shook hands to seal the deal.
- Έδωσαν τα χέρια για να επισφραγίσουν τη συμφωνία.
- (μεταβατικό) σφραγίζω, στρώνω την επιφάνεια κάποιου πράγματος με μια ουσία για να το προστατεύσω
The floors had been stripped and sealed with varnish.
- Τα πατώματα είχαν τριφτεί και σφραγιστεί με βερνίκι.
- (μεταβατικό) σφραγίζω, για την αστυνομία, τον στρατό κτλ. που εμποδίζει τους ανθρώπους να περνούν από ένα μέρος
Troops have sealed the borders between the countries.
- Τα στρατεύματα έχουν σφραγίσει τα σύνορα μεταξύ των χωρών.