Μετάβαση στο περιεχόμενο

saber

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Saber

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

saber (en)

 δείτε τη λέξη  sabre



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
saber < λατινική sapere

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /saˈβ̞eɾ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: saber

saber (es)

  1. (μεταβατικό) ξέρω, μαθαίνω
    παράδειγμα  Supimos que se había casado.
    παράδειγμα  Μάθαμε ότι είχε παντρευτεί.
  2. (μεταβατικό) γνωρίζω, ξέρω
    παράδειγμα  Sabe filosofía.
    παράδειγμα  Γνωρίζει καλά τη φιλοσοφία.
  3. (αμετάβατο) είμαι έξυπνος
  4. (αμετάβατο) έχω γεύση

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
saber saberes

saber (es) αρσενικό

  1. η γνώση
  2. η επιστήμη