Μετάβαση στο περιεχόμενο

room

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
room rooms

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

room (en)

  1. το δωμάτιο, καθένας από τους κύριους χώρους στους οποίους είναι χωρισμένο ένα κτίριο
    παράδειγμα  I heard him enter the room.
    Τον άκουσα να μπαίνει στο δωμάτιο.
    παράδειγμα  As soon as the teacher left the room there was commotion.
    Μόλις έφυγε η δασκάλα από το δωμάτιο, έγινε φασαρία.
    παράδειγμα  They were in the next room and we could hear every word they said.
    Ήταν στο διπλανό δωμάτιο και ακούγαμε κάθε λέξη που έλεγαν.
    παράδειγμα  I don't want to watch television. I'll be in the other room.
    Δε θέλω να δω τηλεόραση. Θα είμαι στο άλλο δωμάτιο.
  2. (μη μετρήσιμο) ο χώρος, ο κενός ή διαθέσιμος τόπος
    παράδειγμα  There is not enough room for 30 desks.
    Δεν υπάρχει αρκετός χώρος για 30 θρανία.
    παράδειγμα  How is there room for so many people in this little house?
    Πώς χωράνε τόσοι άνθρωποι σ΄ αυτό το σπιτάκι;
    παράδειγμα  There is no room for anyone else in the car.
    Δε χωράει άλλος στο αυτοκίνητο.
     συνώνυμα: space
  3. (μη μετρήσιμο) το περιθώριο, ο χώρος, η δυνατότητα να υπάρχει ή να συμβεί κάτι· η ευκαιρία να κάνει κανείς κάτι
    παράδειγμα  I think there is room for improvement in any organization.
    Νομίζω ότι υπάρχει περιθώριο βελτίωσης σε κάθε οργανισμό.
    παράδειγμα  He had to be certain. There could be no room for doubt.
    Έπρεπε να είναι βέβαιος. Δεν μπορούσε να υπάρχει περιθώριο αμφιβολίας.
    παράδειγμα  It is important to give children room to think for themselves.
    Είναι σημαντικό να δίνουμε στα παιδιά χώρο να σκέφτονται μόνα τους.

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]