room
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| room | rooms |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]room (en)
- το δωμάτιο, καθένας από τους κύριους χώρους στους οποίους είναι χωρισμένο ένα κτίριο
I heard him enter the room.
- Τον άκουσα να μπαίνει στο δωμάτιο.
As soon as the teacher left the room there was commotion.
- Μόλις έφυγε η δασκάλα από το δωμάτιο, έγινε φασαρία.
They were in the next room and we could hear every word they said.
- Ήταν στο διπλανό δωμάτιο και ακούγαμε κάθε λέξη που έλεγαν.
I don't want to watch television. I'll be in the other room.
- Δε θέλω να δω τηλεόραση. Θα είμαι στο άλλο δωμάτιο.
- (μη μετρήσιμο) ο χώρος, ο κενός ή διαθέσιμος τόπος
- (μη μετρήσιμο) το περιθώριο, ο χώρος, η δυνατότητα να υπάρχει ή να συμβεί κάτι· η ευκαιρία να κάνει κανείς κάτι
I think there is room for improvement in any organization.
- Νομίζω ότι υπάρχει περιθώριο βελτίωσης σε κάθε οργανισμό.
He had to be certain. There could be no room for doubt.
- Έπρεπε να είναι βέβαιος. Δεν μπορούσε να υπάρχει περιθώριο αμφιβολίας.
It is important to give children room to think for themselves.
- Είναι σημαντικό να δίνουμε στα παιδιά χώρο να σκέφτονται μόνα τους.
Σύνθετα
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- room (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- room (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 983-984. ISBN 9780194325684., λήμμα: χώρος