rise
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| rise | rises |
rise (en)
- (μετρήσιμο) η άνοδος, η αύξηση, η ύψωση, σε ένα ποσό, έναν αριθμό ή ένα επίπεδο
- (μετρήσιμο, βρετανική σημασία) η αύξηση, μια αύξηση στα χρήματα που μου πληρώνονται για τη δουλειά που κάνω
I will ask for a rise.
- Θα ζητήσω αύξηση.
- ≈ συνώνυμα: raise (αμερικανική σημασία)
- (μόνο στον ενικό) η άνοδος, για εξουσία ή σημασία
his rise to power - η άνοδός του στην εξουσία
their rise from the working class to the middle class - η άνοδός τους από την εργατική στη μεσαία τάξη
- (μόνο στον ενικό) η ύψωση, η άνοδος, η κίνηση προς τα πάνω
- (μετρήσιμο) η άνοδος, το ύψωμα, μια έκταση γης που έχει κλίση προς τα πάνω
a rise in the ground - ένα ύψωμα του εδάφους
Our cottage is on a rise.
- Το εξοχικό μας είναι σ' ένα ύψωμα.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | rise |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | rises |
| αόριστος | rose |
| παθητική μετοχή | risen |
| ενεργητική μετοχή | rising |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
rise (en)
- (αμετάβατο) υψώνομαι, ανυψώνομαι, ανεβαίνω ή φτάνω σε υψηλότερο επίπεδο ή θέση
The skyscraper rises 150 meters above the ground.
- Ο ουρανοξύστης υψώνεται 150 μέτρα από το έδαφος.
The Acropolis rises majestically above Athens.
- Η Ακρόπολη υψώνεται μεγαλόπρεπα πάνω από την Αθήνα.
The hot-air balloon rose into the air.
- Το αερόστατο ανυψώθηκε στον αέρα.
The smoke rose straight up in the still air.
- Ο καπνός ανέβαινε ίσια ψηλά στον ήσυχο αέρα.
- (αμετάβατο) ανεβαίνω, αυξάνομαι σε ποσό ή αριθμό
The price of oil has risen again.
- Το πετρέλαιο ανέβηκε πάλι.
Our expenses/debts keep rising.
- Τα έξοδά μας/χρέη μας ανεβαίνουν συνεχώς.
Salaries/prices will rise by 10%.
- Οι μισθοί/τιμές θα αυξηθούν κατά 10%.
There is anxiety about the rising tide of crime.
- Υπάρχει ανησυχία για το αυξανόμενο κύμα εγκληματικότητας.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη increase
- (αμετάβατο) ανατέλλω, βγαίνω, για τον ήλιο ή το φεγγάρι
- (αμετάβατο, επίσημο) προεξέχω, μπορεί να φανεί πάνω από οτιδήποτε υπάρχει τριγύρω
- (αμετάβατο) ανασταίνομαι
Christ has risen!
- Χριστός ανέστη!
Truly he has risen!
- Αληθώς ανέστη!
Christ rose three days after his burial.
- Ο Xριστός αναστήθηκε τρεις μέρες μετά την ταφή του.
Πηγές
[επεξεργασία]- rise (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- rise (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 57, 62, 70, 142, 162, 926. ISBN 9780194325684., λήμμα: ανασταίνω, ανεβαίνω, άνοδος, αυξάνω, βγαίνω, ύψωμα, υψώνω, ύψωση