report
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- report < (κληρονομημένο) μέση αγγλική reporten < αγγλονορμανδική reporter < παλαιά γαλλική reporter
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɻiːˈpɔː(r)t/
- ⓘ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| report | reports |
report (en)
- το δελτίο, πληροφορία για γεγονός που ανακοινώνεται στο κοινό
a news/stock market price report - δελτίο ειδήσεων/τιμών χρηματιστηρίου
What does the weather report show for tomorrow?
- Το δείχνει το δελτίο καιρού για αύριο;
news reports - ειδησεογραφία
- η έκθεση, η αναφορά, περιγραφή κάτι που περιέχει πληροφορίες που κάποιος πρέπει να έχει
the annual report to shareholders - η ετήσια έκθεση πεπραγμένων προς τους μετόχους
a police report - αναφορά της αστυνομίας
I filed a report about the accident.
- Υπέβαλα μια αναφορά για το ατύχημα.
- η έκθεση, επίσημο έγγραφο γραμμένο από μια ομάδα ατόμων που έχουν εξετάσει μια συγκεκριμένη κατάσταση ή πρόβλημα
a report on the state of schools - έκθεση για την κατάσταση των σχολείων
- (μόνο πληθυντικός) οι διαδόσεις, ανεξακρίβωτη είδηση, φήμη
Don’t believe the reports.
- Μην πιστεύεις τις διαδόσεις.
Don’t pay attention to reports of an imminent devaluation of the national currency.
- Μη δίνετε σημασία στις διαδόσεις για επικείμενη υποτίμηση του εθνικού νομίσματος.
- (βρετανική σημασία) ο μαθηματικός έλεγχος
the first trimester report - ο έλεγχος του πρώτου τριμήνου- ≈ συνώνυμα: report card (αμερικανικά αγγλικά)
Παράγωγα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | report |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | reports |
| αόριστος | reported |
| παθητική μετοχή | reported |
| ενεργητική μετοχή | reporting |
report (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) αναφέρω, εκθέτω, δίνω στους ανθρώπους πληροφορίες για κάτι που έχω ακούσει, δει, κάνει κτλ.
He reported all he had seen and heard.
- Ανέφερε όλα όσα είδε κι άκουσε.
He reported that he had met a bicyclist.
- Ανέφερε ότι είχε συναντήσει έναν ποδηλάτη.
The police reported that…
- Η αστυνομία ανέφερε ότι…
He reported to the Prime Minister on the economic situation.
- Εξέθεσε στον Πρωθυπουργό την οικονομική κατάσταση.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) αναφέρω, παρουσιάζω γραπτή ή προφορική αφήγηση ενός γεγονότος σε εφημερίδα, τηλεόραση κτλ.
A newspaper reported that…
- Μια εφημερίδα ανέφερε ότι…
Not even one traffic accident was reported.
- Δεν αναφέρθηκε ούτε ένα τροχαίο ατύχημα.
An earthquake was reported yesterday.
- Αναφέρθηκε χτες ένας σεισμός.
- (μεταβατικό) αναφέρω, λέω σε ένα άτομο με εξουσία για ένα έγκλημα, ένα ατύχημα, μια ασθένεια κτλ. ή για κάτι άσχημο που έχει κάνει κάποιος
I will report you to the headmaster.
- Θα σε αναφέρω στον γυμνασιάρχη.
I report an accident.
- Αναφέρω ένα ατύχημα.
Report any suspicious activity to me.
- Αναφέρετέ μου κάθε ύποπτη κίνηση.
- (αμετάβατο) αναφέρομαι, παρουσιάζομαι σε κάποιον
On the first day you go, you must go and report to the Commander.
- Την πρώτη μέρα που θα πας πρέπει να πας και να αναφερθείς στον Διοικητή.
The soldiers report for duty tomorrow.
- Οι στρατιώτες παρουσιάζονται αύριο.
Πηγές
[επεξεργασία]- report (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- report (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 60, 268-269. ISBN 9780194325684., λήμμα: αναφέρω, εκθέτω
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| report | reports |
report (fr) αρσενικό
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση αγγλική (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση αγγλική (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλονορμανδικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά γαλλικά (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αγγλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (αμερικανικά αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Βρετανικές σημασίες για αγγλικούς όρους (αγγλικά)
- Ρήματα (αγγλικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το 'ask' (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)