puff
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| puff | puffs |
puff (en)
- η τζούρα, ρουφηξιά από τσιγάρο ή ναρκωτικό
With two or three puffs he’s tripping and doesn’t know what he’s saying.
- Με δυο τρεις τζούρες μαστουρώνει και δεν ξέρει τι λέει.
- η πνοή, το φύσημα, μικρή ποσότητα αέρα, καπνού κτλ. που φυσιέται από κάπου
a slight puff of air - ελαφρά πνοή ανέμου
She felt a puff of warm air on her face.
- Ένιωσε ένα φύσημα ζεστού αέρα στο πρόσωπό της.
- (γλυκό) το σου
cream puffs - σου με κρέμα
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | puff |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | puffs |
| αόριστος | puffed |
| παθητική μετοχή | puffed |
| ενεργητική μετοχή | puffing |
puff (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) καπνίζω, ρουφώ, καπνίζω τσιγάρο, πίπα κτλ.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) φυσάω, βγάζω, αναδίνω κάτι στον αέρα
Chimneys were puffing (out) clouds of smoke.
- Οι καμινάδες φυσούσαν σύννεφα καπνού.
Steam was puffing out of the factory.
- Ο ατμός έβγαζε έξω από το εργοστάσιο.
- (αμετάβατο) ξεφυσάω, κινούμαι προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση ξεφυσώντας σύννεφα καπνού ή ατμού
The old steam engine puffed out of the station.
- Η γέρικη ατμομηχανή βγήκε ξεφυσώντας από το σταθμό.
The old steam engine puffed into the station.
- Η γέρικη ατμομηχανή μπήκε ξεφυσώντας στο σταθμό.