pound
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- pound < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pound | pounds |
pound (en)
- (νόμισμα) η λίρα, το νόμισμα που χρησιμοποιείται στην Κύπρο, την Αίγυπτο, το Λίβανο και το Ηνωμένο Βασίλειο, με σύμβολο £.
What year did Cyprus leave the pound and go to the euro?
- Ποια χρονιά η Κύπρος άφησε τη λίρα και πέρασε στο ευρώ;
Cyprus adopted the euro on January 1, 2008, replacing the pound.
- Η Κύπρος υιοθέτησε το ευρώ την 1η Ιανουαρίου 2008, αντικαθιστώντας τη λίρα.
- ≈ συνώνυμα: punt (παλαιότερη νομισματική μονάδα της Ιρλανδίας), pound sterling (λίρα ΗΒ), sterling (λίρα ΗΒ), lira (κυπριακή λίρα, ιταλική λίρα, τουρκική λίρα, κτλ.)
- (μόνο ενικός, οικονομία) η λίρα στερλίνας, η αξία της βρετανικής λίρας σε σύγκριση με την αξία των νομισμάτων άλλων χωρών
The strength/weakness of the pound (sterling) against other currencies affects trade in England.
- Η ισχύς/αδυναμία της λίρας (στερλίνας) έναντι άλλων νομισμάτων επηρεάζει το εμπόριο στην Αγγλία.
The pound fell sharply to a record low against the yen.
- Η λίρα υποχώρησε απότομα σε ιστορικά χαμηλό ρεκόρ έναντι του γιεν.
The pound closed slightly down at $1.534.
- Η λίρα έκλεισε ελαφρώς χαμηλότερα στο 1,534 δολάριο.
- (μονάδα μέτρησης) η λίβρα, η μονάδα μέτρησης της μάζας με σύμβολο lb
How many pounds are in a kilo?
- Πόσες λίβρες έχει ένα κιλό;
- (ΗΠΑ) το αριθμητικό σύμβολο # (παρόμοιο το μουσικό σύμβολο: δίεση, sharp ♯)
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- pound < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pound | pounds |
pound (en)
- τόπος για την προσωρινή κράτηση αδέσποτων ζώων
- τόπος στον οποίον ρυμουλκείται αυτοκίνητο εξαιτίας παράνομης στάθμευσης κλπ.
- δυνατό χτύπημα
- δεξαμενή μιας διώρυγας
Ετυμολογία 3
[επεξεργασία]- pound < → λείπει η ετυμολογία
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | pound |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | pounds |
| αόριστος | pounded |
| παθητική μετοχή | pounded |
| ενεργητική μετοχή | pounding |
pound (en)
- (μεταβατικό) χτυπώ επανειλημμένως δυνατά κάποιον ή κάτι
- (μεταβατικό) κάνω κάτι κομμάτια, εκμηδενίζω, κονιορτοποιώ
- (μεταβατικό) (αργκό) πίνω ή τρώω κάτι με μεγάλη ταχύτητα
You really pounded that beer!