Μετάβαση στο περιεχόμενο

position

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
position positions

position (en)

  1. (μετρήσιμο) η θέση, το μέρος όπου βρίσκεται κάποιος ή κάτι
    παράδειγμα  I lose my position in line.
    Χάνω τη θέση μου στην ουρά.
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η θέση, το μέρος όπου κάποιος ή κάτι προορίζεται να είναι, το σωστό μέρος
    παράδειγμα  Every thing must be in its position.
    Kάθε πράγμα πρέπει να είναι στη θέση του.
    παράδειγμα  The (correct) position of the terms of the sentence.
    H (σωστή) θέση των όρων της πρότασης.
  3. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η θέση, η στάση, ο τρόπος με τον οποίο κάποιος κάθεται ή στέκεται, ή ο τρόπος με τον οποίο είναι τακτοποιημένα κάποια πράγματα
    παράδειγμα  in a reclining position - σε ύπτια θέση
    παράδειγμα  in an upright/vertical/standing position - σε όρθια θέση
    παράδειγμα  in a sitting/horizontal position - σε καθιστή/οριζόντια θέση
    παράδειγμα  prone/recumbent/comfortable position - πρηνής/ύπτια/άνετη στάση
  4. (μετρήσιμο, συνήθως στον ενικό) η θέση, η κατάσταση, το σύνολο των συνθηκών, κάτω από τις οποίες ζει κάποιος ή βρίσκεται κάποιος ή κάτι
    παράδειγμα  What would you do in my position?
    Τι θα έκανες εσύ στη θέση μου;
    παράδειγμα  Put yourself in my position!
    Έλα στη θέση μου!
    παράδειγμα  I am not in a position to help you/to judge.
    Δεν είμαι σε θέση να σας βοηθήσω/να κρίνω.
    παράδειγμα  I am in an advantageous position.
    Βρίσκομαι σε πλεονεκτική θέση.
    παράδειγμα  What's the position of the company?
    Ποια είναι η θέση/κατάσταση της εταιρείας;
    παράδειγμα  the political/economic/international position - η πολιτική/οικονομική/διεθνής κατάσταση
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη situation
  5. (μετρήσιμο) η θέση, η στάση, μια γνώμη για ένα συγκεκριμένο θέμα
    παράδειγμα  I make my position clear.
    Ξεκαθαρίζω τη θέση μου.
    παράδειγμα  What is your position on this issue?
    Ποια είναι η θέση σου σ' αυτό το θέμα;
    παράδειγμα  my position on this problem - η στάση μου σ' αυτό το πρόβλημα
    παράδειγμα  If the government doesn’t change its position over this…
    Αν η κυβέρνηση δεν αλλάξει στάση πάνω σ' αυτό…
  6. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η θέση, το επίπεδο σπουδαιότητας ενός ατόμου ή οργανισμού σε σύγκριση με άλλους
    παράδειγμα  What’s his position in class?
    Ποια είναι η θέση του στην τάξη;
    παράδειγμα  His position in the government is precarious.
    Η θέση του στην κυβέρνηση είναι επισφαλής.
  7. (μετρήσιμο, επίσημο) η θέση, το πόστο, η δουλειά
    παράδειγμα  There are positions for 50 workers.
    Υπάρχουν θέσεις για 50 εργάτες.
    παράδειγμα  If there is a vacant position in our firm…
    Αν υπάρχει κενή θέση στην εταιρία μας…
    παράδειγμα  I am applying for the position of staff manager.
    Κάνω αίτηση για τη θέση/το το πόστο προσωπάρχη.
  8. (μετρήσιμο, συνήθως στον πληθυντικό) η θέση, στον πόλεμο, ένα μέρος όπου μια ομάδα ανθρώπων που συμμετέχουν σε μάχες έχουν βάλει άνδρες και όπλα
    παράδειγμα  They are storming the enemy positions.
    Καταλαμβάνουν εξ εφόδου τις εχθρικές θέσεις.
    παράδειγμα  I abandon my positions.
    Εγκαταλείπω τις θέσεις μου.
  9. (οικονομία) η θέση, ένα ποσό από χρεόγραφα, εμπορεύματα ή άλλα χρηματοοικονομικά μέσα που κατέχονται
    παράδειγμα  Day trading involves opening and closing a position within the same market session.
    Η διαπραγμάτευση ημέρας περιλαμβάνει το άνοιγμα και το κλείσιμο μιας θέσης εντός της ίδιας συνεδρίασης της αγοράς.
ενεστώτας position
γ΄ ενικό ενεστώτα positions
αόριστος positioned
παθητική μετοχή positioned
ενεργητική μετοχή positioning

position (en)

  • (μεταβατικό) τοποθετώ, βάζω κάποιον ή κάτι σε μια συγκεκριμένη θέση
    παράδειγμα  He positioned himself behind a tree.
    Τοποθετήθηκε πίσω από ένα δέντρο.
    παράδειγμα  The company is now well positioned to compete in foreign markets.
    Η εταιρεία είναι πλέον σε καλή θέση για να ανταγωνιστεί στις ξένες αγορές.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

position (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]