pose
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- pose < παλαιά γαλλική poser.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pose | poses |
pose (en)
- η πόζα, η στάση, συγκεκριμένη θέση στην οποία κάποιος στέκεται, κάθεται κτλ., ειδικά για να ζωγραφιστεί ή να φωτογραφηθεί
She struck poses in the mirror.
- Έπαιρνε πόζες μπροστά στον καθρέφτη.
Look at her pose in this photograph!
- Κοίταξε τη στάση της σ' αυτή τη φωτογραφία!
- (κακόσημο) η πόζα, τρόπος συμπεριφοράς που δεν είναι ειλικρινής και έχει σκοπό να εντυπωσιάσει ή να ξεγελάσει τους ανθρώπους
His socialism is a mere pose.
- Ο σοσιαλισμός του είναι καθαρή πόζα.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | pose |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | poses |
| αόριστος | posed |
| παθητική μετοχή | posed |
| ενεργητική μετοχή | posing |
pose (en)
- (μεταβατικό) δημιουργώ μια απειλή, πρόβλημα κτλ. που πρέπει να αντιμετωπιστεί
Unemployment poses many new problems.
- Η ανεργία δημιουργεί πολλά νέα προβλήματα.
- (μεταβατικό, επίσημο) θέτω κάτι προς συζήτηση, κάνω μια ερώτηση, ειδικά αυτή που χρειάζεται σοβαρή σκέψη
I am simply posing a question.
- Απλώς θέτω ένα ερώτημα.
- (αμετάβατο) ποζάρω, παίρνω συγκεκριμένη στάση προκειμένου να φωτογραφηθώ
Would you like to pose for me?
- Θα 'θελες να ποζάρεις για μένα;
- (αμετάβατο) ποζάρω, παριστάνω κάποιον για να ξεγελάσω άλλους
He poses as a big businessman.
- Ποζάρει για μεγαλοεπιχειρηματίας.
She poses as a millionaire.
- Ποζάρει για εκατομμυριούχα.
He poses as an expert on Byzantine art.
- Παριστάνει τον ειδικό στη Βυζαντινή τέχνη.
- (αμετάβατο) ποζάρω, φέρομαι επιτηδευμένα
Don’t pose, I know very well who you are!
- Μην ποζάρεις, σε ξέρω καλά ποια είσαι!
She’s always posing.
- Είναι όλο πόζα.
Πηγές
[επεξεργασία]- pose (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- pose (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 814. ISBN 9780194325684., λήμμα: στάση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- pose < Από το ρήμα poser.
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pose | poses |
pose (fr) θηλυκό
- η πόζα
- η τοποθέτηση, η εγκατάσταση
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]pose (fr)
Πηγές
[επεξεργασία]- pose - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- pose - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
Ίντο (io)
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]pose (io)
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά γαλλικά (αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Κακόσημες σημασίες όρων (αγγλικά)
- Ρήματα (αγγλικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το 'love' (αγγλικά)
- Επίσημοι όροι (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Ρηματικοί τύποι (γαλλικά)
- Γλώσσα ίντο
- Επιρρήματα (ίντο)