Μετάβαση στο περιεχόμενο

pose

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pose < παλαιά γαλλική poser.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pose poses

pose (en)

  1. η πόζα, η στάση, συγκεκριμένη θέση στην οποία κάποιος στέκεται, κάθεται κτλ., ειδικά για να ζωγραφιστεί ή να φωτογραφηθεί
    παράδειγμα  She struck poses in the mirror.
    Έπαιρνε πόζες μπροστά στον καθρέφτη.
    παράδειγμα  Look at her pose in this photograph!
    Κοίταξε τη στάση της σ' αυτή τη φωτογραφία!
  2. (κακόσημο) η πόζα, τρόπος συμπεριφοράς που δεν είναι ειλικρινής και έχει σκοπό να εντυπωσιάσει ή να ξεγελάσει τους ανθρώπους
    παράδειγμα  His socialism is a mere pose.
    Ο σοσιαλισμός του είναι καθαρή πόζα.
ενεστώτας pose
γ΄ ενικό ενεστώτα poses
αόριστος posed
παθητική μετοχή posed
ενεργητική μετοχή posing

pose (en)

  1. (μεταβατικό) δημιουργώ μια απειλή, πρόβλημα κτλ. που πρέπει να αντιμετωπιστεί
    παράδειγμα  Unemployment poses many new problems.
    Η ανεργία δημιουργεί πολλά νέα προβλήματα.
  2. (μεταβατικό, επίσημο) θέτω κάτι προς συζήτηση, κάνω μια ερώτηση, ειδικά αυτή που χρειάζεται σοβαρή σκέψη
    παράδειγμα  I am simply posing a question.
    Απλώς θέτω ένα ερώτημα.
  3. (αμετάβατο) ποζάρω, παίρνω συγκεκριμένη στάση προκειμένου να φωτογραφηθώ
    παράδειγμα  Would you like to pose for me?
    Θα 'θελες να ποζάρεις για μένα;
  4. (αμετάβατο) ποζάρω, παριστάνω κάποιον για να ξεγελάσω άλλους
    παράδειγμα  He poses as a big businessman.
    Ποζάρει για μεγαλοεπιχειρηματίας.
    παράδειγμα  She poses as a millionaire.
    Ποζάρει για εκατομμυριούχα.
    παράδειγμα  He poses as an expert on Byzantine art.
    Παριστάνει τον ειδικό στη Βυζαντινή τέχνη.
  5. (αμετάβατο) ποζάρω, φέρομαι επιτηδευμένα
    παράδειγμα  Don’t pose, I know very well who you are!
    Μην ποζάρεις, σε ξέρω καλά ποια είσαι!
    παράδειγμα  She’s always posing.
    Είναι όλο πόζα.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pose < Από το ρήμα poser.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /poz/
τυπογραφικός συλλαβισμός: pose
ομόηχο: pause (αναλόγως διαλέκτου)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pose poses

pose (fr) θηλυκό

  1. η πόζα
  2. η τοποθέτηση, η εγκατάσταση

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

pose (fr)

  1. α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του poser
  2. γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του poser
  3. α΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής ενεστώτα του poser
  4. γ΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής ενεστώτα του poser
  5. β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής του poser



Ίντο (io)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

pose (io)