pine
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pine | pines |
pine (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | pine |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | pines |
| αόριστος | pined |
| παθητική μετοχή | pined |
| ενεργητική μετοχή | pining |
pine (en)
- (αμετάβατο) μαραζώνω, με τρώει το μαράζι
She pined for months after he'd gone.
- Μαράζωνε για μήνες αφότου είχε φύγει.
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pine | pines |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pine (fr) θηλυκό
- το καυλί
Νορβηγικά (no)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pine (no)
- ο πόνος
Δυτικά φριζικά (fy)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pine (fy)
- ο πόνος