Μετάβαση στο περιεχόμενο

pine

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pine pines

pine (en)

  1. (δέντρο) το πεύκο
    παράδειγμα  The pine is an evergreen tree.
    Το πεύκο είναι αειθαλές δέντρο.
  2. (μη μετρήσιμο) πεύκινος, από πεύκο
    παράδειγμα  They have a nice pine table.
    Έχουν ένα ωραίο τραπέζι από πεύκο./Έχουν ένα ωραίο πεύκινο τραπέζι.
ενεστώτας pine
γ΄ ενικό ενεστώτα pines
αόριστος pined
παθητική μετοχή pined
ενεργητική μετοχή pining

pine (en)

  • (αμετάβατο) μαραζώνω, με τρώει το μαράζι
    παράδειγμα  She pined for months after he'd gone.
    Μαράζωνε για μήνες αφότου είχε φύγει.

Παράγωγα

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pine pines

Προφορά

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pine (fr) θηλυκό



Νορβηγικά (no)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pine (no)



Δυτικά φριζικά (fy)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pine (fy)