Μετάβαση στο περιεχόμενο

parar

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
parar < λατινική parare

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /paˈɾaɾ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: parar

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
parar parares

parar (es) αρσενικό

  • παλιό ισπανικό παιχνίδι με χαρτιά, όπου κερδίζει η κάρτα που κάνει ζευγάρι με αυτές που βγαίνουν από την τράπουλα

parar (es)

  1. (μεταβατικό) σταματώ
    παράδειγμα  Pararon a unos estudiantes que intentaban escapar de la escuela. – Σταμάτησαν μερικούς μαθητές που προσπαθούσαν να αποδράσουν από το σχολείο.
  2. (μεταβατικό) προετοιμάζω, προλαμβάνω
     συνώνυμα: prevenir, preparar
  3. (μεταβατικό) ποντάρω
  4. (μεταβατικό) στάζω
  5. (μεταβατικό) (αθλήματα) αποκρούω, πιάνω
  6. (μεταβατικό) (ξιφασκία) αποκρούω
    παράδειγμα  El esgrimista paró el ataque de su adversario. – Ο ξιφομάχος απέκρουσε την επίθεση του αντιπάλου.
  7. (μεταβατικό) (Λατινική Αμερική) (Μούρθια) σηκώνω, στήνω
    παράδειγμα  Paró al niño del suelo. – Σήκωσε το παιδί από το πάτωμα.
  8. (μεταβατικό) (Λατινική Αμερική) σηκώνω
    παράδειγμα  El perro para las orejas. – Ο σκύλος σηκώνει τ’ αυτιά του.
     συνώνυμα: levantar, alzar
  9. (μεταβατικό) (Βενεζουέλα) δίνω σημασία
  10. (αμετάβατο) καταλήγω, τελειώνω
  11. (αμετάβατο) καταλήγω να γίνω…, μετατρέπομαι σε
    παράδειγμα  La fiesta paró en una pelea. – Η γιορτή κατέληξε να γίνει ένας καβγάς.
    παράδειγμα  El sueño paró siendo una pesadilla. – Το όνειρο μετατράπηκε σε εφιάλτη.
  12. (αμετάβατο) μένει, διαμένει
    παράδειγμα  No sabemos dónde para Ramón. – Δεν ξέρουμε πού μένει ο Ραμόν.
     συνώνυμα: habitar, hospedar, alojar
  13. (αμετάβατο) (καθομιλουμένη) μένω
    παράδειγμα  ¿Dónde paras? – Πού μένεις;
     συνώνυμα: estar, hallarse, encontrarse
  14. (αμετάβατο) (Κούβα) (Ουρουγουάη) (Περού) ανεξαρτητοποιούμαι οικονομικά

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]




Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

parar (pt)