Μετάβαση στο περιεχόμενο

orinta

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

orinta (eo)

  • αόριστος της επιθετικής ενεργητικής μετοχής του ρήματος ori