novus
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- novus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *néwos. Συγγενές με το (αρχαία ελληνική) νέος, το σανσκριτικό नव (náva) και το αρχαίο αγγλικό nīwe (αγγλικά new)
Επίθετο
[επεξεργασία]novus (la)
Κλίση
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία](novior)/recentior | novissimus | |
(novius) | ||