nitpicking
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]nitpicking (en)
Ουσιαστικό: ξεψείρισμα (βλ. ξεψειρίζω)- (μεταφορικά) ξεψειρίζω ψάχνοντας για λάθη
Επίθετο
[επεξεργασία]nitpicking (en)
nitpicking (en)
nitpicking (en)