Μετάβαση στο περιεχόμενο

network

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
network < net + work

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /nɛtwɜːk/ και /nɛtwɝk/ (ΗΠΑ)
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
network networks

network (en)

  1. το δίκτυο
  2. (πληροφορική) το δίκτυο υπολογιστών
    The copy machine is connected to the network so it can now serve as a printer.
    Το φωτοτυπικό μηχάνημα είναι συνδεδεμένο στο δίκτυο οπότε μπορεί πλέον να λειτουργήσει ως εκτυπωτής.

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]
ενεστώτας network
γ΄ ενικό ενεστώτα networks
αόριστος networked
παθητική μετοχή networked
ενεργητική μετοχή networking

network (en)

  1. (μεταβατικό, πληροφορική, συνήθως στην παθητική φωνή) δικτυώνω, διασυνδέω, συνδέω κάτι σε υπολογιστικό δίκτυο
    παράδειγμα  When computers are networked, they are linked together so that information can be transferred between them.
    Όταν οι υπολογιστές είναι δικτυωμένοι, συνδέονται μεταξύ τους ώστε να μπορεί να μεταφέρεται πληροφορία ανάμεσά τους.
  2. (αμετάβατο) δικτυώνομαι, προσπαθώ να συναντώ και να μιλάω με ανθρώπους που μπορεί να μου φανούν χρήσιμοι στην εργασία μου
    παράδειγμα  At such conferences you have the chance to network with professionals from all over the world.
    Σε τέτοια συνέδρια έχεις την ευκαιρία να δικτυωθείς με επαγγελματίες από όλο τον κόσμο.
    παράδειγμα  Maria is very sociable and knows how to network.
    Η Μαρία είναι πολύ κοινωνική και ξέρει πώς να δικτυώνεται.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]