must
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| must | musts |
must (en) (συνήθως ενικός, ανεπίσημο)
- κάτι υποχρεωτικό, κάτι που θεωρείται πρέπον, ενδεδειγμένο
His latest collection is a must for all lovers of poetry.
- Η τελευταία του συλλογή είναι κάτι υποχρεωτικό για όλους τους φίλους της ποίησης.
Ρήμα
[επεξεργασία]must (en) (ελλειπτικό ρήμα, ανώμαλο βοηθητικό ρήμα, modal verb)
- πρέπει να, χρησιμοποιείται για να πει ότι κάτι είναι απαραίτητο ή πολύ σημαντικό
You must go to bed right now.
- Πρέπει να πας αμέσως για ύπνο.
Young people must respect their elders.
- Οι νέοι πρέπει να σέβονται τους μεγαλυτέρους.
You must not complain.
- Δεν πρέπει να παραπονιέσαι.
Who must I contact?
- Σε ποιον πρέπει ν' απευθυνθώ;
If I must, I will do it./If I must do it, I will do it.
- Αν πρέπει, θα το κάνω./Αν πρέπει να το κάνω, θα το κάνω.
I will notify you when I must.
- Θα σε ειδοποιήσω, όταν πρέπει.
Take care of him as you must.
- Να τον περιποιηθείς, όπως πρέπει.
- πρέπει να, θα, χρησιμοποιείται για να πει ότι κάτι είναι πιθανό ή λογικό
It must be John.
- Πρέπει να είναι ο Γιάννης.
It must have been Peter.
- Πρέπει να ήταν ο Πέτρος.
The two of them must not have known each other before.
- Δεν πρέπει να γνωρίζονταν οι δυο τους προηγουμένως.
It must be three o’clock.
- Πρέπει να είναι τρεις η ώρα.
Someone must have seen us.
- Κάποιος πρέπει να μας είδε./Κάποιος θα μας είδε.
You definitely must be joking!
- Θα αστειεύεσαι βέβαια!
George must be taking exams now.
- Ο Γιώργος θα δίνει τώρα εξετάσεις.
Over twenty years must have passed since then.
- Θα έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια από τότε.
He must have come, heard what we were saying, gotten mad and left.
- Θα ήρθε, θα άκουσε τι λέγαμε, θα θύμωσε και θα έφυγε.
- θα έπρεπε να, να, χρησιμοποιείται για να συστήσω σε κάποιον να κάνει κάτι επειδή πιστεύω ότι είναι καλή ιδέα
You must go and see it.
- Θα έπρεπε να πας να το δεις.
You must go see the painting exhibition soon!
- Να πάτε στην έκθεση ζωγραφικής σύντομα!
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]must (en)
- ο μούστος
Πηγές
[επεξεργασία]- must (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- must (modal verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 732. ISBN 9780194325684., λήμμα: πρέπει
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]must (fr) αρσενικό άκλιτο
- (οικείο) κάτι που θεωρείται πρέπον, ενδεδειγμένο
Εσθονικά (et)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]must (et)