Μετάβαση στο περιεχόμενο

multilingue

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
multilingue multilingues

Επίθετο

[επεξεργασία]

multilingue (fr) αρσενικό ή θηλυκό