Μετάβαση στο περιεχόμενο

mors

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Mors

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
mors mors

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mors (fr) αρσενικό

Ομώνυμα / Ομόηχα

[επεξεργασία]



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mors (la) θηλυκό

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική mors mortēs
γενική mortis mortum
δοτική mortī mortibus
αιτιατική mortem mortēs
κλητική mors mortēs
αφαιρετική morte mortibus
(γ' κλίση)