Μετάβαση στο περιεχόμενο

manquant

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
manquant < manquer

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό manquant manquants
θηλυκό manquante manquantes

manquant (fr)

  1. ελλείπων, που λείπει

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
manquant manquants

manquant (fr) αρσενικό

  1. αυτός που λείπει