Μετάβαση στο περιεχόμενο

make a difference

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
make a difference <  δείτε τις λέξεις make, a και difference

Έκφραση

[επεξεργασία]

make a difference (en)

  • (ιδιωματισμός) έχει/έχει κάποια/δεν έχει καθόλου/έχει πολύ σημασία
    παράδειγμα  It makes a difference/makes some difference if he comes or not.
    Έχει σημασία/Έχει κάποια σημασία αν έλθει ή όχι.
    παράδειγμα  It makes no difference if he comes or not.
    Δεν έχει καμιά/καθόλου σημασία αν έλθει ή όχι.
    παράδειγμα  It makes a huge/great difference if he comes or not.
    Έχει πολύ σημασία αν έλθει ή όχι.