lump
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| lump | lumps |
lump (en)
- ο σβόλος, το εξόγκωμα, κομμάτι από κάτι σκληρό ή στερεό, συνήθως χωρίς συγκεκριμένο σχήμα
- → The cream has lumps.
- Η κρέμα έχει σβόλους.
- → On a relief map, mountains are represented by small lumps.
- Στον ανάγλυφο χάρτη τα βουνά παριστάνονται με μικρά εξογκώματα.
- → The cream has lumps.
- το εξόγκωμα, το καρούμπαλο, προεξοχή που εμφανίζεται στο δέρμα
- → Not every lump on the surface of the skin is cancer.
- Κάθε εξόγκωμα στην επιφάνεια του δέρματος δεν είναι καρκίνος.
- → He fell and got a big lump on the back of his head.
- Έπεσε και έκανε ένα μεγάλο καρούμπαλο στο πίσω μέρος του κεφαλιού.
- → Not every lump on the surface of the skin is cancer.
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | lump |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | lumps |
| αόριστος | lumped |
| παθητική μετοχή | lumped |
| ενεργητική μετοχή | lumping |
lump (en)
- (μεταβατικό) βάζω, θεωρώ διαφορετικά πράγματα μαζί στην ίδια ομάδα, ακόμα και όταν είναι στην πραγματικότητα αρκετά διαφορετικά
- → We lumped all our money together to by him a gift.
- Βάλαμε μαζί όλα μας τα χρήματα να του πάρουμε ένα δώρο.
- → You can’t lump me (in) with the others.
- Δεν μπορείς να με βάζεις στο ίδιο σακί με άλλους.
- → We lumped all our money together to by him a gift.
- (αμετάβατο) σβολιάζω
- → The cream will lump (up/together) if you don’t stir it well.
- Η κρέμα θα σβολιάσει αν δεν την ανακατεύεις καλά.
- → The cream will lump (up/together) if you don’t stir it well.