lose
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | lose |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | loses |
| αόριστος | lost |
| παθητική μετοχή | lost |
| ενεργητική μετοχή | losing |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
Ρήμα
[επεξεργασία]lose (en)
- (μεταβατικό) χάνω, δεν μπορώ να βρω κάτι ή κάποιον
I lost my keys again, maybe you know where I left them?
- Έχασα ξανά τα κλειδιά, μήπως ξέρεις πού τα άφησα;
- (μεταβατικό) χάνω, πρέπει να εγκαταλείψω κάτι· αποτυγχάνω να κρατήσω κάτι ή κάποιον
Many trees lose their leaves in the fall.
- Πολλά δέντρα χάνουν τα φύλλα τους το φθινόπωρο.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) χάνω, είμαι νικημένος· αποτυγχάνω να κερδίσω έναν διαγωνισμό, μια διαμάχη κτλ.