link
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| link | links |
link (en)
- ο σύνδεσμος, ο δεσμός, ο κρίκος, μια σχέση ή σύνδεσμος μεταξύ δύο ή περισσότερων ανθρώπων ή πραγμάτων
my last link to the past - ο τελευταίος μου δεσμός με το παρελθόν
the link between the past and the future - ο κρίκος μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος- ≈ συνώνυμα: affiliation, bond και tie
- ο κρίκος αλυσίδας
- (πληροφορική) συντομογραφία του hyperlink, ο σύνδεσμος, η σύνδεση (ή υπερσύνδεσμος) σε υπερκείμενο
I clicked the link to the next page of the website.
- Πάτησα τη σύνδεση για να πάω στην επόμενη σελίδα του ιστότοπου.
- Υπώνυμα: external link, internal link, incoming link (backlink)
- (τηλεπικοινωνίες), (δίκτυο υπολογιστών) το κανάλι, η ζεύξη
basic link acknowledged data transmission - γνωστοποιημένη μετάδοση δεδομένων βασικής ζεύξης [1]
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- για το σύνδεσμο (γραμματική) δείτε conjunction
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | link |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | links |
| αόριστος | linked |
| παθητική μετοχή | linked |
| ενεργητική μετοχή | linking |
link (en)
- (μεταβατικό) συνδέω φυσικά ή ηλεκτρονικά ένα αντικείμενο, μηχάνημα, μέρος κτλ. με ένα άλλο
The Channel Tunnel links Britain with the rest of Europe.
- Η σήραγγα της Μάγχης συνδέει τη Βρετανία με την υπόλοιπη Ευρώπη.
A pedestrian bridge links the two buildings.
- Μια πεζογέφυρα συνδέει τα δύο κτίρια.
The video cameras are linked to a powerful computer.
- Οι βιντεοκάμερες είναι συνδεδεμένες με έναν ισχυρό υπολογιστή.
The computers are linked into a network.
- Οι υπολογιστές είναι συνδεδεμένοι σε ένα δίκτυο.
When computers are networked, they are linked together so that information can be transferred between them.
- Όταν οι υπολογιστές είναι δικτυωμένοι, συνδέονται μεταξύ τους ώστε να μπορεί να μεταφέρεται πληροφορία ανάμεσά τους.
- (μεταβατικό, συνήθως στην παθητική φωνή) συνδέω, για δύο πράγματα, γεγονότα ή καταστάσεις που έχουν σύνδεση
Industrialization is often linked with urbanization.
- Η βιομηχανοποίηση συνδέεται συχνά με την αστικοποίηση.
The two factors are directly linked.
- Οι δύο παράγοντες συνδέονται άμεσα.
The personal and social development of the child are inextricably linked.
- Η προσωπική και η κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.
Exposure to ultraviolet light is closely linked to skin cancer.
- Η έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία συνδέεται στενά με τον καρκίνο του δέρματος.
Unemployment is consistently linked with a variety of negative health effects.
- Η ανεργία συνδέεται σταθερά με μια ποικιλία αρνητικών επιπτώσεων στην υγεία.
There was no evidence linking the men to the crime.
- Δεν υπήρχαν αποδείξεις που να συνδέουν τους άνδρες με το έγκλημα.
- (μεταβατικό & αμετάβατο, πληροφορική) συνδέω, βάζω σύνδεσμο, δημιουργώ σύνδεση ανάμεσα σε ιστοσελίδες ή ηλεκτρονικά έγγραφα
I want to link my blog to your website.
- Θέλω να συνδέσω το μπλογκ μου με την ιστοσελίδα σου.
Thanks for linking to my article.
- Ευχαριστώ που έβαλες σύνδεσμο προς το άρθρο μου.
- συσχετίζω, συνδέω, δηλώνω ή υποδηλώνω ότι υπάρχει σχέση μεταξύ δύο πραγμάτων ή ανθρώπων
They linked the increase in crime with violent movies on TV.
- Συσχέτισαν την αύξηση της εγκληματικότητας με τις ταινίες βίας στην τηλεόραση.
Detectives have linked the break-in to a similar crime in the area last year.
- Οι ντετέκτιβ έχουν συσχετίσει τη διάρρηξη με ένα παρόμοιο έγκλημα στην περιοχή πέρυσι.
Scientists have linked the illness to the use of pesticides.
- Οι επιστήμονες έχουν συνδέσει την ασθένεια με τη χρήση φυτοφαρμάκων.
She has never been romantically linked with anyone.
- Δεν έχει ποτέ συνδεθεί ερωτικά με κανέναν.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη associate
- (μεταβατικό) πλέκω, ενώνω δύο πράγματα περνώντας το ένα μέσα από το άλλο.
The two girls linked hands as they strolled down the street.
- Τα δύο κορίτσια έπλεξαν τα χέρια τους καθώς περπατούσαν στον δρόμο.
The two girls linked arms as they strolled down the street.
- Τα δύο κορίτσια περπατούσαν αγκαζέ στον δρόμο.
Σύνθετα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και τον ΕΛΕΤΟ.
Πηγές
[επεξεργασία]- link (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- link (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 212, 480. ISBN 9780194325684., λήμμα: δεσμός, κρίκος