Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Αγγλικά (en)
Εναλλαγή
Αγγλικά (en)
υποενότητας
1.1
Ουσιαστικό
1.2
Πηγές
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
linen
40 γλώσσες
Kurdî
Ido
Limburgs
Ænglisc
ಕನ್ನಡ
Oromoo
粵語
Türkçe
Հայերեն
മലയാളം
Simple English
한국어
العربية
Deutsch
Polski
日本語
Nederlands
Magyar
Русский
Afrikaans
中文
Kiswahili
Čeština
Română
Français
Svenska
Esperanto
Español
မြန်မာဘာသာ
Íslenska
Eesti
Tiếng Việt
Suomi
Italiano
తెలుగు
Malagasy
ไทย
Bahasa Indonesia
English
தமிழ்
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Λήψη κωδικού QR
Switch to legacy parser
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
[
επεξεργασία
]
ενικός
πληθυντικός
linen
linens
Ουσιαστικό
[
επεξεργασία
]
linen
(en)
(
μη
μετρήσιμο
)
το
λινό
, ύφασμα από λινάρι
Linen
wrinkles easily.
Το
λινό
τσαλακώνει εύκολα.
Linen
needs very good ironing.
Τα
λινά
θέλουν πολύ καλό σιδέρωμα.
τα
λευκά
είδη
, όπως σεντόνια, τραπεζομάντιλα, μαξιλαροθήκες κτλ.
top quality brand-name
linens
- επώνυμα
λευκά είδη
κορυφαίας ποιότητας
Πηγές
[
επεξεργασία
]
linen
-
Oxford Learner's Dictionaries
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
linen
40 γλώσσες
Προσθήκη θέματος