Μετάβαση στο περιεχόμενο

infect

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας infect
γ΄ ενικό ενεστώτα infects
αόριστος infected
παθητική μετοχή infected
ενεργητική μετοχή infecting

infect (en) (μεταβατικό)

  1. μολύνω, μεταδίδω μια αρρώστια
    παράδειγμα  You will infect the wound if you touch it with dirty hands.
    Θα μολύνεις την πληγή, αν την αγγίζεις με βρόμικα χέρια.
     συνώνυμα: contaminate
  2. μολύνω υπολογιστή
    παράδειγμα  It protects against malicious code that will infect your computer.
    Προστατεύει από κακόβουλο κώδικα που μπορεί να μολύνει τον υπολογιστή σας.
  3. κολλάω, μεταδίδω σε κάποιον τον ενθουσιασμό μου ή το πάθος μου για κάτι,
    παράδειγμα  Soon his laughter infected the whole room.
    Σύντομα το γέλιο του κόλλησε όλο το δωμάτιο.

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό infect infects
θηλυκό infecte infectes

Επίθετο

[επεξεργασία]

infect (fr) αρσενικό