infect
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | infect |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | infects |
| αόριστος | infected |
| παθητική μετοχή | infected |
| ενεργητική μετοχή | infecting |
infect (en) (μεταβατικό)
- μολύνω, μεταδίδω μια αρρώστια
You will infect the wound if you touch it with dirty hands.
- Θα μολύνεις την πληγή, αν την αγγίζεις με βρόμικα χέρια.
- ≈ συνώνυμα: contaminate
- μολύνω υπολογιστή
It protects against malicious code that will infect your computer.
- Προστατεύει από κακόβουλο κώδικα που μπορεί να μολύνει τον υπολογιστή σας.
- κολλάω, μεταδίδω σε κάποιον τον ενθουσιασμό μου ή το πάθος μου για κάτι,
Soon his laughter infected the whole room.
- Σύντομα το γέλιο του κόλλησε όλο το δωμάτιο.
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- infect - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 460. ISBN 9780194325684., λήμμα: κολλώ
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | infect | infects |
| θηλυκό | infecte | infectes |
Επίθετο
[επεξεργασία]infect (fr) αρσενικό