Μετάβαση στο περιεχόμενο

impressionnable

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
impressionnable impressionnables

Επίθετο

[επεξεργασία]

impressionnable (fr) αρσενικό ή θηλυκό