Μετάβαση στο περιεχόμενο

implode

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

implode (en)

  • ενδορρήγνυμαι, ενδορρηγνύομαι, εκρήγνυμαι εκ των έσω και συνήθως καταρρέω προς τα μέσα (τουλάχιστον πριν την ανάκρουση)