Μετάβαση στο περιεχόμενο

grind

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας grind
γ΄ ενικό ενεστώτα grinds
αόριστος ground, grinded
παθητική μετοχή ground, grinded
ενεργητική μετοχή grinding
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

grind (en)

  1. (μεταβατικό) αλέθω, τρίβω, μεταβάλλω τα δημητριακά σε αλεύρι ή μεταβάλλω άλλες στερεές ουσίες σε σκόνη
    παράδειγμα  They go to the mill to grind wheat and corn.
    Πηγαίνουν στο μύλο, για να αλέσουν σιτάρι και καλαμπόκι.
    παράδειγμα  I am grinding the pepper.
    Αλέθω το πιπέρι.
    παράδειγμα  Grind the pepper with the pestle.
    Τρίψε το πιπέρι με το γουδοχέρι.
  2. (μεταβατικό) τρίβω κάτι για να κάνω κάτι πιο λείο ή πιο γυαλιστερό
    παράδειγμα  The waves grind (down) the rocks and make them smooth.
    Τα κύματα τρίβουν τα βράχια και τα κάνουν λεία.
  3. (μεταβατικό) τρίβω, συνθλίβω, πιέζω κάτι σε μια επιφάνεια
    παράδειγμα  He ground his cigarette into the ashtray.
    Έτριψε/Σύνθλιψε το τσιγάρο του στο τασάκι.
    παράδειγμα  The dirt on her hands was ground in.
    Η βρομιά στα χέρια της ήταν βαθιά τριμμένη.
  4. (μεταβατικό και αμετάβατο) τρίζω, τρίβω μεταξύ τους σκληρά αντικείμενα για να παράγω έναν δυσάρεστο θόρυβο
    παράδειγμα  She grinds her teeth when she is asleep.
    Τρίζει τα δόντια της όταν κοιμάται.
    παράδειγμα  He made the car’s gears grind.
    Έκανε τις ταχύτητες του αυτοκινήτου να τρίξουν.
    παράδειγμα  Parts of the machine were grinding together noisily.
    Μέρη της μηχανής τρίβονταν μεταξύ τους θορυβωδώς.
  5. (αμετάβατο) τρίβω ερωτογενή ζώνη μου σε κάποιον - συνήθως σε ερωτογενή ζώνη κάποιου

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]