Μετάβαση στο περιεχόμενο

fonte

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
  1. fonte < δημώδης λατινική fundita
  2. fonte < αγγλική font

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fonte fontes

fonte (fr) θηλυκό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fonte (fr) θηλυκό

  1. γραμματοσειρά
     συνώνυμα: police, police de caractères
  2. o χυτοσίδηρος, το μαντέμι

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Ιντερλίνγκουα (ia)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
fonte < (λόγιο δάνειο) λατινική fōns, κατά τους απογόνους ιταλική fonte, πορτογαλική fonte κτλ.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fonte (ia)



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
fonte < (κληρονομημένο) δημώδης λατινική fontem (αρσενικό), αιτιατική ενικού από την (κληρονομημένο) λατινική fōns

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfon.te/
τυπογραφικός συλλαβισμός: fonte

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fonte (it) θηλυκό



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

fonte (la) αρσενικό



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
fonte < (κληρονομημένο) δημώδης λατινική fontem (αρσενικό), αιτιατική ενικού από την (κληρονομημένο) λατινική fōns

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fonte (pt) θηλυκό